Όταν ο Χάϊντεγγερ μίλησε για το Θάνατο.



O Mάρτιν Χάϊντεγγερ στο κορυφαίο έργο του «Είναι και Χρόνος» προσεγγίζει το τεράστιο θέμα του θανάτου με διπλό τρόπο: H προσέγγιση του Γερμανού φιλοσόφου είναι οντολογική. Εάν θέλουμε να κατανοήσουμε το Ώδε – Είναι θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε αυτό το Ώδε- Είναι ως Όλον. Η οντολογική έννοια του Όλου σημαίνει  ότι δεν μερικοποιείται το  Είναι διότι ως Είναι αποτελεί άρρηκτη σημαντική ενότητα τα μέρη της οποίας αυτοϋπάρχουν ως ενιαίο σύνολο το οποίο μέσα από την εσωτερική αρμονία οδηγούν τις δυνάμεις και την ύπαρξη στο ξέφωτο της μη-λήθης.  Άρα η μεγαλοφυής σύλληψη του Ώδε-Είναι ως Όλου σημαίνει ότι επί της γης η φαινομενολογία καρποφορεί μόνον όταν ως ενότητα συνδεθεί με τη νοούμενη φύση των οντοτήτων. Μόνον μέσα από την ενότητα του όλου όντος όπως αυτό παρουσιάζεται επί της γης όλες οι δυνάμεις θα γνωσθούν και θα ωριμάσουν υπαρξιακά και βιωματικά τον άνθρωπο. Όλα   έχουν σημασία και κυρίως όλες οι δυνάμεις (φαινόμενες ή νοούμενες) να γίνουν αντίληψη και βίωμα από τη ζώσα ύπαρξη.Ο Χάϊντεγγερ σε αυτό το σημείο ( δύσκολο να πεί κανείς ότι  θυμίζει τον Επίκουρο) προετοιμάζει το έδαφος προκειμένου να εξευμενίσει το θάνατο. Ο Θάνατος όταν γνωσθεί το Ώδε είναι ως ολότητα είναι αυτεγνωσμένα το επόμενο στάδιο όχι σαν κάτι το καινούργιο και το αίφνης, αλλά ως η βύθιση στην αποκτηθείσα εδώ ολική αρμονία  του Ώδε-Είναι. Σαν τα παραμύθια, όταν γνωσθεί το Ώδε-Είναι ολικά μυστικά και ευθέως οδηγείται ο άνθρωπος στο επόμενο διαστασιακό στάδιο του θανάτου, ο οποίος είναι πύλη για το Άλλο. Δεν γνωρίζουμε από τα κείμενα του μεγάλου Γερμανού εάν η ολική γνώση του Ώδε-Είναι αποκαλύπτει το θάνατο ως κάτι το γνωστό πλέον, αλλά ο Χάϊντεγγερ πρεσβεύει ότι ο άνθρωπος μαθαίνει για το θάνατο μέσω του θανάτου των άλλων. Άρα η ύπαρξη κατανοεί ότι ο άνθρωπος  οδηγείται στο θάνατο όταν γνωρίσει, είναι η  απαραίτητη τιμή πληρωμής για το ότι η απόλυτη γνώση του Ώδε-Είναι εξήντλησε όλες τις δυνάμεις του Όντος Εδώ.

Σημαντική όσο και μεγαλοφυής είναι η παρατήρηση του φιλοσόφου  του Μέλανος Δρυμού ότι μέχρι τώρα η ιστορία και η εξέταση του Ώδε  Είναι έχει δοθεί ως απλή προβολή και πτώση. Ο φιλόσοφος επιδεικνύει σε αυτό το σημείο πράγματι λόγο ρηξικέλευθο. Από τον Πλατωνικό ορθολογισμό και τον Αριστοτελικό εμπειρισμό η ύπαρξη έχει καταστή ένα θεωρητικό κατασκεύασμα το οποίο βυθισμένο στην παρούσα διάσταση αποκόπτεται ολοσχερώς από το Όν το οποίο επιζητεί την διά  του βιώματος και πίστεως επιστροφή. Μέσα από τις θρησκείες και όχι μόνο το Ώδε- Είναι έχει δοθεί  ως πτώση του τελείου εις το ατελές. Ο Γερμανός φιλόσοφος ενίσταται με ένα συλλογισμό ο οποίος είναι  υπαρξιακά άρτιος. Εάν το ώδε – Είναι είναι πτώση πώς ανήκει μέσα στο χρόνο  ο οποίος είναι το όχημα του Είναι; Άρα το Ώδε-Είναι είναι υπόσταση του Είναι η γνώση της οποίας οδηγεί στην ουσία του Είναι. Η γνώση πέρα από το θεωρητικό κομμάτι εμπεριέχει το βίωμα και τη  βούληση και την πίστη και αποκορυφώνεται στο θάνατο. Ο Θάνατος είναι η πύλη της Γνώσης στη  Χαϊντεγγεριανή φιλοσοφία.
Ο   θάνατος ολοκληρώνει την ύπαρξη του Ώδε-Είναι. Ελλοχεύει το οντολογικό μεγαλείο της υπαρξιακής φιλοσοφίας του φιλοσόφου του Μέλανος Δρυμού.Επιβάλλεται να δούμε τη φιλοσοφία του Χάϊντεγγερ ως όλον. Εκεί θα αποκαλυφθεί το οντολογικό μεγαλείο της φιλοσοφίας του.Θεωρούμε ότι η μεγάλη συνεισφορά του Γερμανού φιλοσόφου είναι η επαναδιατύπωση στη σύγχρονη εποχή του Παρμενιδείου Λόγου του Όλου, του Ενός, του Είναι. Η σύνδεση των πάντων και η μη εξάιρεση κανενός μεγέθους από την πορεία του Είναι απελευθέρωσε την παρούσα διάσταση από τη κλειστότητά της και το φόβο του θανάτου. Το Είναι είναι και μέσα στο χρόνο άρα μέσα στο Ώδε-Είναι. Οι χριστιανοί Πατέρες εφηύραν  το δόγμα της ουσίας και της υποστάσεως. Ακριβώς με αυτόν τον τρόπο υπάρχει το Είναι και το  Ώδε-Είναι. Ως κομμάτι το Ώδε-Είναι από την πλευρά του Είναι μεταφέρει όλα τα οντικά ιδώματα του Είναι, ήδη το πέρασμα από το Είναι στο Ώδε- Είναι γίνεται όταν το Είναι γνωρίζει τι πρέπει να κάνει προκειμένου να επιτύχει την οντολογική  συνέχεια. Το πέρασμα από το Είναι στο Ώδε-Είναι είναι αντίστροφος θάνατος, αναμνησιακός. Όταν το Ώδε-Είναι γνωρίσει ότι όλες οι δυνάμεις εδώ πρέπει να ουσιωθούν στο  Είναι , αυτό γίνεται  διά του θανάτου. Άρα ο θάνατος δεν  είναι κατάσταση  αλλά μυστική βιωματικά αβίωτη εν πίστει υψηλή αυτοεπιλογή του ατόμου το οποίο μόνον με αυτόν τον δυναμικό τρόπο θα επιστρέψει στο Είναι,  ο θάνατος είναι το άθροισμα όλων όσων αποτελούν το Ώδε Είναι, η δύναμη η οποία ενώνει το Ώδε Είναι , αφαιρεί το αρμονικό περιτύλιγμα όταν γνωσθεί ολικά το Ώδε Είναι και ως δύναμη αποκεκαλυμμένη φέρεται και πάλι στο  Πατρικό Είναι.
Το πρόβλημα  το οποίο αναφύει είναι εν  μέρει  αναμενόμενο( ίσως από τον εξωτερικό τρόπο που προσπελαύνουμε τη ζωή τώρα πιά). Ο άνθρωπος  δεν μπορεί να διδαχθεί εδώ από το θάνατό του διότι ο θάνατος είναι πέρασμα και απόδοση του ανθρώπου στο Είναι υπό τη   μορφή των δυνάμεων και των ενεργειών εκ των οποίων αποτελείται. Άρα από πού γίνεται και καθίσταται ο θάνατος γνώση; Η πρώτη απάντηση δίδεται από το Γερμανό φιλόσοφο ότι ο θάνατος των άλλων με μαθαίνει για το θάνατο. Ο θάνατος ως συμβάν στον Άλλο καθίσταται γνώση δική μου. Ο Χάίντεγγερ είναι συνεπής, το ώδε-είναι είναι κοινότητα,  όλα και όλοι έχουν σημασία, άρα ο Άλλος είναι φορέας γνώσης για εμένα, όπως η υπόλοιπη φύση και κόσμος φαινομενολογικά με  καθοδηγούν σε θέματα γνώσης. Αρκεί να κατανοήσουμε ότι ο  θάνατος δεν αποτελεί βιολογικό γεγονός (τόσο) όσο υπαρξιακή επαφή με τις δυνάμεις οι οποίες ουσιαστικά αποτελούν και συναποτελούν τον άνθρωπο. Ο  θάνατος μας επιστρέφει στον προσωκρατικό λόγο  όπου όλα εθεωρούντο δυνάμεις και το Όν οντολογική σύνθεση δυνάμεων. Η επαφή μας με το θάνατο του Άλλου αποτελεί επαφή με τον Άλλο ως σύνολο δυνάμεων οι οποίες διά του θανάτου αναλύονται και ξανασυντίθενται σε μία άλλη επομένη  του Είναι διάσταση.
Ο Θάνατος λοιπόν για τον Γερμανό γητευτή της φιλοσοφίας είναι η διά του Άλλου του θανόντος εμπειρία των δυνάμεων οι οποίες εκ  του φαινομένου «Άνθρωπος» αποκαλύπτονται και φανερώνουν ότι είμαστε δυνάμεις οι οποίες διά του θανάτου πλέκονται σε επομένη στιγμή εκ του Όντος διαφορετικά. Αυτό αποτελεί και τη δεύτερη  απάντηση του Μάρτιν Χάϊντεγγερ. Ο άνθρωπος μέσα από την ολότητα του Ώδε-Είναι (ούτως ή άλλως ο Αριστοτέλης προσγείωσε την ανθρώπινη ουσία ως μορφή και ύλη  επί της γης) κατανοεί ότι όλα είναι δυνάμεις οι οποίες διά του θανάτου αλλάζουν τεχνίτη πλέξης και συνδυασμού.
Ο θάνατος λοιπόν στο φιλόσοφο του Μέλανος Δρυμού καθίσταται πιθανότητα, μάλιστα πιθανότητα του αναπόφευκτου. Το αναπόφευκτο όμως σε καμμία των περιπτώσεων δεν αποτελεί κακό για την ύπαρξη, αλλά αγωνία ως προστάδιο της βίωσης της δυναμικής ανάλυσης του εαυτού. Ο άνθρωπος γνωρίζει ότι υπάρχει η πιθανότητα να μεθέξει της ανακατανομής  των δυνάμεων στον άλλο κόσμο του Είναι και αυτό όταν ξεπερασθεί θα δώσει τη θέση της αγωνίας στην ανακούφιση της ύπαρξης εν τω Είναι. O  θάνατος λοιπόν στο «Είναι και χρόνος» έρχεται ως    δυνατότητα της αδυναμίας της ύπαρξης, η  ύπαρξη  διά του θανάτου ξεπερνά τον εαυτό της  και τελικά πετυχαίνει την δυνατότητα του αδυνάτου, κατά μυστικό και βουλητικό εσωτερικό τρόπο διά του οδηγού θανάτου η ύπαρξη περνά στον Άλλο κόσμο του Είναι. Ο Θάνατος είναι τελικά δύναμη  του αδυνάτου, βίωμα αυτού που φαινόταν αδύνατο, γνώση του αγνώστου αλλά όχι φαινομενολογικά μάλλον βαθύτατα νοητικά όχι ως σκέψη αλλά ως προσομοιωτική ενόραση ενοποιητική με το Είναι του Όντος.
Για αυτό ο Χάϊντεγγερ όπως και την ύπαρξη την υπαρξιοποιεί, όταν ομιλούμε για θάνατο δεν συζητούμε εννοιολογικά και αφηρημένα γι αυτόν αλλά  για το δικό μου θάνατο, για το δικό σου θάνατο, για αυτόν τον συγκεκριμένο θάνατο. Ο Χάϊντεγγερ σταματά τη θεωρία του Εγέλου σε όλα τα επίπεδα διότι προσωποποιεί πλήρως την ύπαρξη και τα βιώματά της. Ολοκληρώνει ό,τι άρχισε η δογματική του χριστιανισμού η οποία μάλλον το δανείσθηκε από το Σωκράτη.Ο Σωκράτης πέθανε και όχι ο Αθηναίος πολίτης γενικά. Ο Ιησούς σταυρώθηκε και όχι ο άνθρωπος ως τέτοιος. Ο θάνατος είναι αυστηρά δική μου εμπειρία διότι εγώ προχωρώ ως ύπαρξη συγκεκριμένη στη θέση μου στο Είναι διά της πύλης του θανάτου.Στην απελευθέρωση των δυνάμεων τις οποίες μόνον εγώ γνωρίζω ότι κατέχω. Ο θάνατός μου σηματοδοτεί την ανωτέρα δυνατότητα που κατέχω να αποκαλύψω εν τω Είναι τον ανώτερο εαυτό, τον αυθεντικό εαυτό μου, τον  οποίο ήδη κατέχω, εν τω Ώδε-Είναι και διά του θανάτου εν τω Είναι. Ο θάνατος σηματοδοτεί το φίλτρο της ολοκλήρωσής μου, της υπαρξιακής ολοκλήρωσης της ύπαρξης. Η πανέξυπνη θρησκεία γι αυτό ακριβώς το λόγο επέμεινε και επιμένει να προικίζει το θεό της με ειδικές μεταθανάτιες δυνάμεις, εκεί δίδει βάση η θρησκεία, διότι κατά και μετά το θάνατο οι δυνάμεις δυναμώνουν εν τω Είναι, εάν ελεγχθούν σε αυτό το σημείο ο θεός δυναμώνει, αλλοιώς η ύπαρξη απελευθερώνεται στο Όν του Είναι εν τω απείρω.
H σχέση η οποία ήδη αναλύθηκε του Ώδε-Είναι με το θάνατο, επανασηματοδοτεί και την έννοια της μέριμνας  ως ουσίας του Ώδε-Είναι. Το Ώδε-Είναι έχει τη ροπή προς το τίποτε του θανάτου, άρα επιβάλλεται να προσφέρει όσα μπορεί εν χρόνω Εδώ προκειμένου να προικίσει  και να προικισθεί με τις δυνάμεις οι οποίες είναι απαραίτητες να ενδυναμώσουν την ύπαρξη όταν αυτή μετά το θάνατο θα αναλυθεί μόνον στις δυνάμεις τις οποίες θα φέρει μετά το Ώδε Είναι. Η μέριμνα εργάζεται ως μαγνήτης ο οποίος προσφέρει και συλλέγει δυνάμεις τόσο απαραίτητες για την μετά το θάνατο συλλογή του Είναι. Το Είναι χρειάζεται τις δυνάμεις που συλλέγει η μέριμνα Εδώ του Ώδε Είναι προκειμένου να επαναμαζέψει τις διεσπαρμένες δυνάμεις του Όντος και να οδηγηθεί ως Είναι στο Έν. Ο θάνατος συνειδητοποιεί το Ώδε Είναι το οποίο διά της μέριμνας συνενώνει όλες τις δυνάμεις του Ωδε  Είναι προκειμένου διά του θανάτου να τις αποδώσει στο Είναι, ή άλλοιώς η ύπαρξη βρίθει δυνάμεων τις οποίες διά του  θανάτου(της αναλυθείσης κατάστασης) αναδιανέμει στο Είναι. Ο θάνατος είναι συνείδηση, καλή πίστη, ταμίας του Είναι.
Από αυτή την άποψη ο θάνατος επανανοηματοδοτεί και την έννοια της αγωνίας.Η αγωνία είναι ή η ίδια πνευματική αφύπνιση του Ώδε Είναι το οποίο πασχίζει να προχωρήσει  προς το Είναι ή απόρροια της πνευματικής ανανοηματοδότησης της ύπαρξης η οποία διαβλέποντας την πύλη του θανάτου και τον δρόμο προς το  Είναι αγωνιά κατανοώντας ότι μόνον διά του  θανάτου θα  προχωρήσει ή θα επιστρέψει προς το Είναι.Η γνώση της όδευσης προς την πύλη του θανάτου αφυπνίζει το Ώδε Είναι ως όλη  μέριμνα, η αγωνία είναι υπαρξιακή αντανάκλαση η αίσθηση του τίποτε εν τω Είναι. Από τη μία πλευρά η ύπαρξη βιώνει το θάνατο του Άλλου ως την μεταμόρφωση του Άλλου σε τίποτε, αλλά συγχρόνως συνειδητοποιεί ότι και η ύπαρξη θα καταστή τίποτε. Ο θάνατος όμως δεν δημιουργεί το τίποτε, αλλά η ύπαρξη ενεργώς μηδενοποιείται, δηλαδή οι  δυνάμεις απελευθερώνονται ως όλον αρμονικό, εάν σκεφθούμε ότι το μηδέν είναι η ηρεμία του όλου ο θάνατος απελευθερώνει δημιουργικά το όλον Ώδε Είναι προκειμένου ως αρμονικό μηδέν ισορροπίας να το επαναφέρει στο Είναι. Ούτως ή άλλως ο θάνατος μηδενοποιώντας την ύπαρξη ενώπιον του Είναι , μηδενοποιεί τις περαιτέρω  δυνατότητές της, ουσιαστικά την ευτυχεί επαναφέροντάς την στους κόλπους του Είναι.
Βασίλειος Μακρυπούλιας, δρ.φιλοσοφίας.

H πρόσφατη ανάρτηση.

Καλεντερίδης: Η πατσαβούρα της Συμφωνίας των Πρεσπών και η εντολή Μέρκελ σε Τσίπρα: «Πάρε συντάξεις, δώσε…»

16/11/2018   pitsiriki1 Είναι τραγικό να βλέπεις τους Σκοπιανούς να εξευτελίζουν τη χώρα σου. Όταν υπογραφόταν η επαίσχυντη και προ...

Δημοφιλείς αναρτήσεις.