Η απόρριψη του Ομήρου από τον Πλάτωνα και τον Περικλή. Η ζωή του Νοός πέρα από την ενόραση της ποίησης.



Ως γνωστόν ο Πλάτων στον περίφημο διάλογό του  «Πολιτεία» απορρίπτει τον Όμηρο ως επιρροή και διδάσκαλο των τέκνων των Αθηναίων. Συγκεκριμένα στο βιβλίο 2 , 378d, αναφέρει: «Αλλά οι δεσμοί της Ήρας από το γιό της,και το ρίξιμο του Ηφαίστου από τον πατέρα του, επειδή επρόκειτο να αμυνθεί την μητέρα του, που ξυλοκοπιόταν, και όσες θεομαχίες κατασκεύασε ο Όμηρος, δεν πρέπει να είναι παραδεκτά  εις την πόλιν, ούτε εάν γράφηκαν αλληγορικά, είτε όχι. Επειδή ο νέος δεν είναι τέτοιος ώστε να κρίνει ότι αυτό είναι αλληγορικό και αυτό δεν είναι αλλά αυτά τα οποία θα λάβει (διδαχθεί)  όντας τέτοιας ικανότητας ….». Επίσης αναφέρεται στο 383a« Αν για πολλά επαινούμε τον Όμηρο αλλά για τούτο δεν θα τον επαινέσουμε, για την αποστολή του ονείρου από το Δία στον Αγαμέμνονα  αλλά ούτε και τον Αισχύλο θα τον επαινέσουμε όταν λέει η Θέτις ότι ο Απόλλωνας στους γάμους  του τραγουδούσε ότι της πρόσφερε γέννηση καλών παιδιών».
Εάν θέλαμε να ταξινομήσουμε τα πεδία της απόρριψης θα ξεκινούσαμε θίγοντας την υποβόσκουσα αντιπαράθεση ανάμεσα στην ποίηση και τη φιλοσοφία.Καλλίτερα.Ανάμεσα στον ελεύθερο οντολογικά Ποιητικό Νού και στον δεσμευμένο από τις λογικές κατηγορίες Φιλοσοφικό Νού.Ο Ποιητικός Νούς καλείται να είναι υπέρ των  νόμων, ατίθασος, ανοικτή δίοδος ανάμεσα στο άπειρο και στη γή. Ανεξέλεγκτη διάβαση διά της οποίας περνά κάθε οντολογική σύλληψη του ανθρώπου. Σωστά οι Easterling-Knoxαναρωτιούται πώς θα ήταν  ο κόσμος εάν τα Ομηρικά έπη  είχαν  χαθεί. Η Ποίηση είναι αυτή η οποία μεταφέρει όλα τα μυστικά του Ουρανού στη γή, ανεπεξέργαστα, σκληρά, όπως τα συλλαμβάνει χωρίς καμμία επεξεργασία νοητικής άμβλυνσης. Ώστε όταν ο Όμηρος ομιλεί για τους 12 Θεούς ομιλεί για τις 12 δυνάμεις οι οποίες συνέχουν το σύμπαν, τον ευρύτερο  κόσμο μέσα στον οποίο ζούμε. Η Ποίηση όμως είναι καθαρά α-συνείδητος λόγος μέσα στην εν-συνειδητότητά της, εσωτερικός λόγος που προσπαθεί να εξωτερικευθεί, ά-λογος λόγος που προσπαθεί να πάρει προσωπεία από την πραγματικότητα, δεκανίκια φραστικά για να συζητήσει και να αποκαλύψει ό,τιανεκάλυψε. Ο άνθρωπος που γεννάται είναι ποίηση, παίρνει όμως σάρκα και οστά για να τον ίδουν και να τον ακούσουν όλοι.

Παρόμοια και  ο Όμηρος. Ανάμεσα στο  βασίλειο του μύθου και του λόγου προσπαθεί να προσφέρει με λόγια και ομιλία, πρόσωπα και πράγματα, τα οποία ακόμη η φιλοσοφία δεν γνωρίζει.Oποιητής στην προσπάθειά του να εξέλθει με τα δώρα της γνώσης από τα σκοτεινά βασίλεια του μύθου, προχωρώντας προς το βασίλειο του νέου λόγου( το οποίο τόσο πιστά θα υπηρετήσει ο Πλάτων) δεν έχει τους γνωστούς ελλόγους περιορισμούς του εφηρμοσμένου λόγου, αυτούς που μέσα από την ηθική κατάντησαν πραγματικοί δεσμοφύλακες για τους ανθρώπους. Για την ποίηση οι έννοιες της πραγματικότητας, της αληθείας και του καλού είναι άγνωστες. Ο Όμηρος ξεκίνησε από τον κόσμο του  Μυθου, των θεών και των Τιτάνων όπως ως το ένα μάτι του Κύκλωπος όλα είναι ένα  μακριά από κάθε διαχωρισμό γνωσιολογικό ή αξιολογικό, η ποίηση υπηρετεί τη δύναμη της βούλησης, το χαώδες πέρασμά της πριν αυτή η βούληση δοθεί στους φιλοσόφους προκειμένου αυτοί να την κάνουν γνώση, ηθική, ωραίο, μίμηση και πράξη.
Αναμφίβολα η πλέον βασική διαφορά ανάμεσα στον Όμηρο και τον Πλάτωνα, την ποίηση και τη φιλοσοφία γενικότερα, είναι διαφορά οντολογικού επιπέδου. Ο Όμηρος είναι εν τω όντι όταν ομιλεί. Αυτή η κατάσταση εν τω όντι δεν χρειάζεται νού διότι όλος ο άνθρωπος είναι βυθισμένος μέσα στις επερχόμενες οντολογικές δυνάμεις. Ο άνθρωπος «βρέχεται» από το αβυσσαλέο πέρασμα των  νέων οντολογικών δυνάμεων οι οποίες αρχίζουν να επηρεάζουν τον νέο ανθρώπινο κόσμο( αυτή η πορεία τόσο όμορφα και ανάγλυφα δίδεται στον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου). Ο ποιητικός λόγος του Ομήρου δεν έχει αποκόψει ακόμη τη γή από τον ουρανό(όπως μοιραία πράττει ο Πλάτων και ο κάθε φιλόσοφος προκειμένου να «κλέψει» νοερά δυνάμεις του ουρανού προκειμένου να οικοδομήσει τον πολίτη και την πόλη επί της γης). Ο Ομηρικός κόσμος είναι οντολογικός και δεν είναι διαστασιακός όπως του φιλοσόφου, όπως του Πλάτωνος. Ώστε η βασική ενόχληση του Πλάτωνος ξεκινά όχι από το γεγονός ότι ο Όμηρος προσάπτει στους θεούς ανθρώπινα πάθη. Αυτό παραμένει   μία καθαρά εξωτερική «πειραγμένη εκτίμηση». Ο Πλάτων ενοχλείται διότι ο Όμηρος ομιλεί περί ενός οντολογικού κόσμου, εντός του οποίου ο άνθρωπος δεν σκέπτεται αλλά βουλητικά και γεμάτος εσωτερικά με τις δυνάμεις του Είναι πράττει. Η Ποίηση δεν χρειάζεται το σκεπτόμενο Υποκείμενο, και αυτό ενοχλεί τον Πλάτωνα, διότι αυτό το υποκείμενο στην πόλη που ονειρεύεται ο Αθηναίος φιλόσοφος θα είναι εύκολη βορά των επιτηδείων οι οποίοι δεν θα του προσφέρουν τα ανώτερα πάθη των θεών αλλά τα κατώτερα των ανθρώπων. Το ποιητικό υποκείμενο βυθισμένο στη διαδοχή και την εκτύλιξη των οντολογικών δυνάμεων εσωτερικά και βουλητικά ακολουθεί τις δυνάμεις οι οποίες διά των θεών επέρχονται σε αυτό. Δεν διακρίνει το νού ώστε να τον αντιπαραθέσει οντολογικά στο Είναι προκειμένου να ξεκινήσει τη νοησιοκρατική φιλοσοφία την οποία ξεκίνησε ο Πλάτωνας. Ο Πλάτων οργίζεται τελικά με τον Όμηρο διότι η ποίηση κρατεί «σκλαβωμένο» το υποκείμενο. Θεωρεί ο Αθηναίος φιλόσοφος ότι το δελεαρ του Ολύμπου, της μυθικής ζωής, της βουλητικής απόλαυσης των πάντων, κρατεί τον άνθρωπο που θέλει να οικοδομήσει ο Πλάτων μέσα στην ιδανική Πολιτεία του, φυλακισμένο σε μία απλά οντολογικά βουλητική ζωή πέρα από την ανθρώπινη νοησιοκρατική κατάσταση στην οποία θέλει να τον φέρει ο Αθηναίος φιλόσοφος.
Άρα η ενόχληση του Πλάτωνα σε σχέση με τον Όμηρο είναι βαθύτατα οντολογική. Είναι διαφορά κόσμου, ουσίας, υποκειμένου και οντολογικής πορείας. Ο Πλάτων προκειμένου να οικοδομήσει την ιδανική του Πολιτεία θέλει να αποκόψει τον  άνθρωπο από την ιδανική κατά τον Όμηρο κοινωνία του Ολύμπου, να καταστρέψει τις σχέσεις του υποκειμένου με τις δυνάμεις των θεών, να τον μεταφέρει επί της γης. Με αυτόν και μόνο τον τρόπο ο Αθηναίος φιλόσοφος μπορεί να «κερδίσει» το γήϊνο υποκείμενο, το οποία αποκομμένο από το  θείο κόσμο του Ομήρου θα το παραλάβει ο Σωκράτης προκειμένου νοησιοκρατικά να το ωριμάσει ευρισκόμενο εν τω κόσμω σε σχέση με τον κόσμο του αγαθού ώστε να χτίσει τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα του μέσα στην ιδανική Πλατωνική Πολιτεία. Παρατηρούμε ότι ο Αθηναίος φιλόσοφος ψάχνει το «μήλο» το οποίο θα μπορούσε να δοθεί στο ποιητικό υποκείμενο προκειμένου να το αποσπάσει προς τον  κόσμο της πολιτικής γαίας. Εάν παρατηρήσουμε τα δύο έπη θα ιδούμε ότι χτίζεται η γέφυρα η οποία οδηγεί από τον Όλυμπο προς τη γή. Εδώ για το νοήμον υποκείμενο δεν χρειάζεται όφις, η εσωτερική γέφυρα προς τη γή έχει χτισθεί διά του νοός. Ο Οδυσσέας το Είναι το οποίο εξέρχεται από τα ομηρικά έπη , ανακαλύπτει την Ιθάκη , το μεγάλο σκοπό. Ώστε ο άνθρωπος είναι έτοιμος να μετοικήσει στη γή και να οικοδομήσει τον πολιτειακό ανθρωποκεντρικό πολιτισμό τον οποίο τόσο προσεκτικά ετοίμασε ο Πλατωνικός Σωκράτης.
Άρα λοιπόν γιατί ο Πλάτων μέμφεται τον Όμηρο; Θα μπορούσε να τον χρησιμοποιήσει και ως βάση του νοησιοκρατικού πολιτειακού και ανθρωποκεντρικού συστήματός του. Ο Όμηρος, όπως ήδη είπαμε, στη Γιγαντομαχία περί της Ουσίας –αυτή είναι η Ιλιάδα- προετομάζει το νοήμον Υποκείμενο. Mέσα στην Ιλιάδα υπάρχει ο Νούς του Οδυσσέα και η βούληση του Αχιλλέα, η ηθική του Νέστορα όλα εκείνα τα χαρακτηρολογικά  υλικά τα οποία θα σμιλεύσουν τον περίφημο νοήμονα Σωκρατικό άνθρωπο. Ούτως ή άλλως γνωρίζουμε ότι ο Πλάτων δίδαξε χρησιμοποιώντας λόγο,  μύθους και ποίηση. Γιατί άραγε στην Πολιτεία (377-380) κατηγορεί ευθέως τους ποιητές (από τον Όμηρο έως τον Ησίοδο) επειδή όσα καταμαρτυρούν για τη συμπεριφορά των θεών θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως κακό παράδειγμα από τους νέους, ωθώντας τους σε κακή και μη αληθινή ζωή;  Όπως ήδη είπαμε το πέρασμα από το μύθο στο λόγο διά της ποιήσεως δεν είναι εύκολο, οντολογικά και γνωσιολογικά είναι δύσκολο. Απαιτεί νοητικοποίηση των σκέψεων, κατηγοριοποίηση αυτών με βάση την ανθρώπινη πράξη και  εμπειρία, κατηγοριοποίηση προκειμένου να καταστούν όλες οι ποιητικές σκέψεις γνωσιολογικά και ηθικά εύπεπτες και καλά παραδείγματα από τους πολίτες προκειμένου αυτοί να καταστούν καλοί καγαθοί. Θα μπορούσαμε λοιπόν  να οδηγηθούμε σε ένα πρώτο συμπέρασμα (λίγο θρησκευτικού χαρακτήρος). Ο Πλάτων φοβείται ότι ο  Όμηρος θα καταργήσει κάθε διάκριση καλού και κακού και θα περάσει αυτόν τον κόσμο στην μία οντολογική δύναμη πέρα  από κάθε καταστρεπτικό δυαλισμό. Γνωρίζουμε  από το Σοφιστή ότι ο Πλάτων προσπαθεί να χαράξει τα όρια του όντος και του μη-όντος και ειδικά μετά το Σωκράτη η μη-γνώση είναι το μη-ον. Άρα η Ποίηση ισοπεδώνει οντολογικά τα  πάντα, ενώνει ουσιαστικά τον άνθρωπο με το θεό, όλα είναι θέμα βούλησης και δύναμης, πέρα από τη γνώση του καλού και του κακού που φέρει και την ηθική. Ο Δίας δεν είναι ηθικός, κατέχει τη δύναμη άρα είναι βούληση και πράξη. Αυτό πώς θα μπορούσε να μεταφερθεί μέσα στην Πλατωνική ιδανική Πολιτεία; Ήδη στην Πολιτεία ο λόγος του ισχυροτέρου και της στείρας βούλησης καταρρίπτεται,  ο άνθρωπος πρέπει να γνωρίσει και δικαιοσύνη είναι τα «εαυτού πράττειν». Άρα ο μονοδιάστατος Οντολογικός Ομηρικός Λόγος της θείας βούλησης και πράξης δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στην ιδανική Πολιτεία , δεν οδηγεί στον τέλειο νοήμονα πολίτη , και γι αυτό ο Όμηρος είναι υπό αίρεση. Ξέρουμε ότι συλλήβδην στους Πλατωνικούς διαλόγους ( ο Taylor έχει αποδείξει περίτρανα στο βιβλίο του για τον Πλάτωνα όσα τώρα θα πούμε) η γνώση ευρίσκεται πίσω από τον εαυτό και την αρετή. Το Πλατωνικό σύστημα στηρίζεται στην αρετή ως εφαρμογή της γνώσης του αρμονικού Αγαθού. Άρα μπορεί οι θεοί και τα πάθη τους να είναι σύμβολα των οντολογικών δυνάμεων αλλά οι οντολογικές δυνάμεις αυτές θα πρέπει να εισχωρήσουν στον ανθρώπινο νού(μετά το σωκρατικό παράδειγμα) όχι κρυμμένες πίσω από τα πρόσωπα των θεών (η Αφροδίτη ως πάθος και ο Απόλλωνας ως φώς) αλλά ως μετουσιωμένες νοητικές κατηγορίες με συγκεκριμένες έννοιες και ονόματα (καλό, κακό πάθος, ενδελέχεια, τέλος, υπέρβαση κ.λ.π). Οι έννοιες ωριμάζουν νοητικά το υποκείμενο, το συνδέουν (όπως πιστεύει ο Πλάτων ) με το όν και το Είναι και δεν χρειάζονται τα προσωπεία των θεών για να μεθέξουν οι άνθρωποι νοήμονες όντες τις οντολογικές δυνάμεις τις οποίες στο σωκρατικό σύστημα δεν τις μεταφέρουν οι θεοί-σύμβολα αλλά οι έννοιες εις τον ανθρώπινο νού.
Ο Πλάτωνας στην Πολιτεία του σε σχέση με τον Όμηρο,μάλιστα στην Πολιτεία 2ο βιβλίο , 378 Α-Β αναφέρει ότι οι θεοί σύμβολα μπορεί να παρασύρουν τους ανθρώπους στην υιοθέτηση βουλητικά ακραίων συμπεριφορών (πέρα από τη γνώση) άρα οι μύθοι θα πρέπει να διδάσκονται μόνο σε λίγους μυημένους, διότι οι νέοι μπορεί να λάβουν κυριολεκτικά τους μύθους και να θεωρήσουν ότι και αυτοί αυτά τα ίδια θα πρέπει να κάνουν, ας δώσουμε κάποια παραδείγματα. Κάποιοι θα θεωρούσαν ότι θα μπορούσαν και αυτοί να τιμωρήσουν τον πατέρα τους όπως ο Δίας έπραξε με τον Κρόνο, κάποιοι θα πίστευαν ότι η μοιχεία είναι απολύτως επιτρεπτή όπως συνέβη με την Αφροδίτη και τον  Άρη. Όμως το διάβασμα του Πλάτωνος είναι σωστό σε αυτή του τη θεώρηση, οι  μύθοι απασφαλίζουν φοβερές οντολογικές δυνάμεις και θα πρέπει να  διδάσκονται σε μυημένους. Ήδη γνωρίζουμε ότι στα Ελευσίνεια μυστήρια δίδασκαν (με την τραγική σημασία της λέξης) τις ανώτερες δυνάμεις και την υιοθέτησή τους.  Το διάβασμα του Πλάτωνος είναι διπλό. Ας δώσουμε ως παράδειγμα τη θεά του έρωτος την Αφροδίτη.  Το πάθος αυτό  έχει  σαφέστατα δύο κατευθύνσεις.  Η μία είναι οντολογική  και  οδηγεί προς τον άνω δρόμο τον άνθρωπο. Συμβολίζει (όπως φαίνεται και στο Πλατωνικό Συμπόσιο όπου ουσιαστικά υιοθετείται εκ του Πλάτωνος η άνω Αφροδίτη του οντολογικού έρωτος) τον πόθο του ανθρώπου να ενωθεί με το Είναι. Το ερωτικό οντολογικό πάθος αποτελεί την οντολογική απελευθέρωση του ανθρώπου, την ένωσή του με το Όντως Όν. Η κατωτέρα Αφροδίτη όμως συμβολίζει την εμμονή του ανθρώπου στους υλικούς και σωματικούς έρωτες, κάτι το οποίο τον υποδουλώνει στην παρούσα διάσταση. Άρα σύμφωνα με το Πλατωνικό μέτρο και διαλεκτική θέλει έλλογη προσοχή το πώς θα διδαχθεί στους νέους των Αθηνών η Ομηρική αρετή (μετά τον Πλατωνικό Πρωταγόρα γνωρίζουμε ότι Σωκρατικά και αντι-σοφιστικά η αρετή νοείται ως κάτι το αντικειμενικό, απόλυτο και ενιαίο αλλά και διδακτό).
Ο μεγάλος Αθηναίος φιλόσοφος επανέρχεται στα θέματα της Ομηρικής  ποίησης  στους διαλόγους του Ίων και Φαίδρο. Στο διάλογο «Ίων» ο Πλάτων θεωρεί ότι ο Ίων,ο οποίος μαγεύει τα πλήθη απαγγέλοντας τα Ομηρικά έπη και ραψωδίες, είτε το επιτυγχάνει αυτό επειδή είναι απατεώνας είτε επειδή τα έπη είναι θείες εμπνεύσεις τα έπη εξ ορισμού και αφ΄εαυτών των μαγεύουν και καθοδηγούν οντολογικά τα πλήθη. Θα μπορούσαμε λοιπόν να στηρίξουμε την πίστη μας ότι ο Πλάτων απορρίπτει τη διδασκαλία των Ομηρικών επών προς τους Αθηναίους εφήβους, διότι τα θεωρεί  θεία δώρα τα οποία μπορεί να καταστήσουν τους Αθηναίους νέους τόσο επηρμένους ώστε να διαλύσουν τον πολιτειακό ιστό χάριν της προσωπικής των τελείωσης. Ήδη το παράδειγμα του Αλκιβιάδη μας λέει πολλά, αλλά και το απόσπασμα της Πολιτείας όπου ο Σωκράτης αυστηρά επισημαίνει ότι οι σοφοί  δεν θα πρέπει να ταξιδεύουν προς τη χώρα των μακάρων αλλά θα πρέπει να  παραμένουν προς την πόλη χάριν της  παμπολιτειακής φώτισης και εξέλιξης.
Αλλά και στο Φαίδρο o Aθηναίος φιλόσοφος ασχολείται με το θέμα της διδασκαλίας  ή μη των Ομηρικών επών, σε ένα διάλογο ο οποίος ασχολείται με εκείνα τα οντολογικά θέματα τα οποία συλλήβδην απασχολούν το Σωκράτη. Συγκεκριμένα στο διάλογο με το Φαίδρο ο Σωκράτης συζητεί για τη λογική αποκάθαρση των Ομηρικών επών( κάτι βέβαια που δεν θα άρεσε στον Ποιητή). Συγκεκριμένα ο Έρως θα πρέπει να αποκαθαρθεί από κάθε τι το γήϊνο( όπως είναι η σύνδεσή του με το κάλλος της Ωραίας Ελένης, η οποία ποιητικά αποτελεί σύμβολο της θείας ερωτικής ένωσης των αντιθέτων, θα μπορούσαμε σε αυτό να δώσουμε συμπαντική οντολογική ισχύ ισχυριζόμενοι ότι  η ωραία Ελένη συμβολίζει τον Έρωτα της ένωσης των οντολογικά αντιθέτων προκειμένου να επιτευχθεί η αποκατάσταση). Η έλλογη αποκάθαρση του Έρωτος συμβολίζει αυτό το οποίο αναφέρει ο «τυφλός» Στησίχορος: «η Ελένη ποτέ δεν πήγε στην Τροία» ουσιαστικά είναι ανόητο ένας άνθρωπος να θεωρείται  σύμβολο μιας ιδέας ( του Ερωτικού κάλλους)όταν ειδικά αυτή η ιδέα αναφέρεται στην οντολογική αποκατάσταση. Κατά κάποιο τρόπο επανέρχεται το χριστιανικό μετέπειτα πρόβλημα, κατά πόσο μπορεί ο Θεός να περιχωρηθεί σε ανθρώπινη μορφή. Ο Σωκράτης είναι σαφής στο Φαίδρο. Ο Έρωτας ως οντολογική  δύναμη ένωσης των πάντων μπορεί να συμβολοποιηθεί στα έπη σε μία γυναίκα όσο όμορφη και αν  είναι αυτή;  Ο Ευριπίδης το λύνει βέβαια αυτό το πρόβλημα φέροντας το έπος στα ποιητικά προσαρμοσμένα του επίπεδα, τα οποία μπορούν να διδαχθούν στους Αθηναίους παίδες. Στην τραγωδία «Ελένη» η σύζυγος του Μενελάου ποτέ δεν πήγε στην Τροία, αντίθετα ένα είδωλό της πήγε στην πόλη του Πριάμου. Εάν ο Πλάτων δεν θέλει τα Ομηρικά έπη διότι διαφωνεί φιλοσοφικά με το γεγονός ότι οντολογικές ιδέες προσωποποιούνται ( ο οντολογικός Έρως προσωποποιείται στην Ελένη) ο Στησίχορος και ο Ευριπίδης θα μπορούσαν να λύσουν το πρόβλημα. Η Ιδέα του Έρωτος παραμένει στον κόσμο των  ιδεών, το έπος είναι ποίημα με όλα τα υπέρλογα χαρακτηριστικά του ποιήματος.Όπως τόσα ποιήματα διδάχθηκαν από τον Πλάτωνα, θα μπορούσε και αυτό να διδαχθεί, διαχωριζομένων τοιουτοτρόπως των ιδεών και των συμβόλων.
Ο Περικλής στον Επιτάφιό του κάνει ειδική μνεία στον Όμηρο, κάποιος αυτή τη μνεία θα μπορούσε βέβαια να  τη χαρακτηρίσει απαξιωτική. Συγκεκριμένα στο κεφ. 41 ο Αθηναίος ηγέτης αναφέρει : «Η δύναμή μας δε αυτή δεν είναι βέβαια χωρίς αποδείξεις, αλλά υπάρχουν μεγαλοπρεπή μνημεία αυτής….και μάλιστα χωρίς να χρειαζόμαστε τους επαίνους ούτε του Ομήρου ούτε κανενός άλλου,του οποίου οι στίχοι είναι δυνατόν να ευχαριστήσουν προς στιγμήν,θα έλθει όμως η πραγματικότητα η οποία θα αποκαλύψει ψεύτικη την ιδέα που σχηματίσθηκε για τα πράγματα». Ας αναφέρουμε μόνο ότι ο Περικλής ανήκε στην Ακαμαντίδα φυλή. Χάρη στον πλούτο και στην υψηλή κοινωνική θέση της οικογένειάς του μαθήτευσε κοντά σε μερικούς από τους πλέον γνωστούς φιλοσόφους της εποχής όπως είναι ο Ζήνων ο Ελεάτης, ο Πρωταγόρας, ο Αναξαγόρας ο Κλαζομένοιος.Ειδικά ο τελευταίος ανήγαγε το Νού σε ρυθμιστική ανθρώπινη παράμετρο. Εάν συνδυάσουμε μάλιστα με τον ανθρώπινο Νού τη θεωρία του Αναξαγόρου ότι δεν υπάρχει γένεση ή φθορά αλλά συνεχής ανακατανομή δυνάμεων καταλαβαίνουμε ότι ο Περικλής και  ο απολύτως ορθολογιστής  Θουκυδίδης τοποθέτησαν το νοήμονα άνθρωπο στο κέντρο της πόλης των Αθηνών η οποία αναπτύχθηκε επάνω σε νοητικά και διασκεπτικά πρότυπα. Ο άνθρωπος πλέον  μπορεί να ατενίσει ορθολογικά το όλον, να το επεξηγήσει, ηθικά και πολιτειακά να επέμβη προκειμένου να προσδώσει την πραγματική επιτυχία στη ζωή του. Η πόλις του Ολύμπου αναπαρήχθη στο κλεινόν άστυ και ο  Ολύμπιος θεός αντικαταστάθηκε από τον νοητικά φωτισμένο Αθηναίο πολίτη.
Θεωρούμε λοιπόν ότι η κριτική και η απαξιωτική αναφορά του Περικλή στον Όμηρο συνιστά το όλο καθαρά φιλοσοφικό πλαίσιο απόρριψης του ποιητή. Η απόρριψις του Ποιητού είναι φιλοσοφική και ηθική, όχι όμως εσωτερική, υπό την έννοια ότι όλοι γνωρίζουν ότι ο Όμηρος μέσα από τα έπη του αποκαλύπτει οντολογικές δυνάμεις χρήσιμες  προς μετουσίωση από τη φιλοσοφία του ανθρωπίνου νοός. Ο Περικλής θεωρεί ότι έχουν γίνει όλα τα διασκεπτικά και ηθικά βήματα εκ μέρους του ανθρώπου. Ο κόσμος του Αγαθού και ο άνθρωπος του Αγαθού μετουσιώθηκαν στην Αθήνα και στον Αθηναίο. Όσες δυνάμεις και αν αποκαλύπτει ο ποιητής ο Αθηναίος διά του νοός τις ανεκάλυψε και τις πραγμάτωσε. Όλες αυτές οι δυνάμεις (από τη φιλοσοφική αιτία έως τις αρετές παρέχονται πλουσιοπάροχα στο Πλατωνικό έργο). Άρα ο Όμηρος αποτελεί λογικό λάθος το οποίο διορθώνεται μέσα από τον ανθρώπινο νού και την ικανότητα  αυτού πλέον μέσα από τις γνωσιολογικές και ηθικές κατηγορίες να ελέγξει τη ζωή του.  Ο Αθηναίος εδημιούργησε τον Όλυμπο και το Ολύμπιο προσωπικό πρότυπο επί της πόλεως. Ο Αθηναίος ως πολίτης και όχι μέσα από την  έπαφή του με τον Όλυμπο, ο Αθηναίος ως έλλογο όν,παρατηρών τη φύση και την αποκωδικοποίηση αυτής διά της φιλοσοφίας, γνωρίζει, ξέρει το τι και πώς της ζωής του, εκ της γνώσεώς του αυτής προχωρεί στην αυτόβουλη πραγμάτωση των πιο υψηλών ηθικών αξιών. Ήδη στην Αθηναϊκή Πολιτεία οι δυνάμεις της  σκέψης και της ανδρείας, της σωφροσύνης και της καλωσύνης, της οσιότητας και της δικαιοσύνης είχαν βαθιά ριζώσει, σε τέτοιο βαθμό ώστε  πλέον ο Πρωταγόρας και ο Σωκράτης να διακηρύξουν το διδακτό της αρετής. Από το μετερίζι του ο καθένας. Βέβαια η διδαχή της αρετής καταργεί ουσιαστικά τον Όμηρο, διότι πλέον αρχίζει η οριζόντια ανθρώπινη ιστορία. Τώρα πλέον ο νοήμων άνθρωπος μπορεί να χτίσει τη δική του ιστορία επί της γης χωρίς να χρειάζεται τον Όμηρο και τους θεούς. Ουσιαστικά η Περίκλεια απόρριψη του Ομήρου, συνιστά την απαρχή του θανάτου του υπερβατικού θεού, της ανθρωποποίησης του θεού, της εσωτερικοποίησης αυτού εκ του ανθρώπου. Τώρα πλέον ο Έλλην άνθρωπος  διά του Νοός ,χωρίς το ενδιάμεσο του θεού παρατηρεί και βιώνει εσωτερικά τις οντολογικές δυνάμεις τις οποίες πλέον γνωρίζει και χρησιμοποιεί για την οικοδόμηση της ανθρώπινης κοινωνίας και ιστορίας.
Ο Όμηρος έκανε το καθήκον του. Απελευθέρωσε όλες εκείνες τις δυνάμεις οι οποίες όταν λογικά εσωτερικοποίηθηκαν από τον άνθρωπο (ως αρετές και λογικές κατηγορίες) κατέστησαν το ανθρώπινο υποκείμενο ικανό να υπάρξει για λίγο ανεξάρτητο νοητικά και  ηθικά επί της γης.

Βασίλειος Μακρυπούλιας, δρ.φιλοσοφίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

H πρόσφατη ανάρτηση.

Ποιά ήταν η θρυλική Μ.Ο.Μ.Α;  Πατήσθε στο σύνδεσμο.

Δημοφιλείς αναρτήσεις.