H απομάκρυνση της αληθείας από την τέχνη,σύμφωνα και με τον Gadamer.


Φαίνεται ότι πλέον η φιλοσοφία έχει φθάσει, ή απλά έχει οδηγηθεί σε εκείνο το κομβικό σημείο(ίσως αυτοαναίρεσης)το οποίο ίσως από καιρό έτρεμε και φοβόταν. Να αλληλοπεριχωρηθεί πλέον και πάλι( μετά από τους προσωκρατικούς συναντώντας τον  Χάϊντεγγερ) μέσα στο Όν. Για πολλούς αιώνες φαίνεται ότι η φιλοσοφία, στηριζομένη στο δυνατό Θεό(Νού) και στον αδύναμο άνθρωπο( και ας φαίνεται ότι στηρίχθηκε στον  ισχυρό νοητικά άνθρωπο) απήλαυσε τη γήϊνη ανεξαρτησία της.Ανδρώθηκε επάνω σε έναν πλανήτη ο οποίος τεχνηέντως απεκόπη από την οντολογική του πορεία, η φιλοσοφία έμεινε ο μόνος ηγετικός τρόπος πλοήγησης του γηΐνου ανθρώπου, με όχημα το χώρο και το χρόνο, δύο μεγέθη που απήλαυσαν να  καθοδηγούν τον ανθρώπινο νού. Ανεξάρτητα από το όλο Όν.Οι θρησκείες και οι νοησιοκρατικές φιλοσοφίες απέκοψαν τον άνθρωπο ως γή από το Άλλο Όν, το Εδώ από το Εκεί. Η κυριοτέρα συνέπεια είναι προφανής. Η φιλοσοφία  σταδιακά έγινε λόγος περιγραφικός και όχι οντολογικά κανονιστικός. Σιγά-σιγά κατήντησε μία απλή κοινωνική  φιλοσοφία, ένας κώδικας προλεταριακής καλλιτέρευσης της ζωής, αποκομμένος πλήρως από κάθε οντολογικό προσδιορισμό. Ο ιερός Αυγουστίνος απέδωσε όλο αυτό το πνεύμα της γήϊνης και αντιοντολογικής φιλοσοφίας όταν θεώρησε και το χώρο και το χρόνο ως ένδογήϊνα δημιουργήματα του θεού, αποκόπτοντας κάθε επαφή δι αυτών του ανθρώπου με το Όν. Ο Γκαντάμερ, σαφώς επηρεασμένος από το Χάϊντεγγερ, αλλά και τον οντολογικό λόγο των προσωκρατικών,μάλλον ενίσταται στην αντιοντολογική αποκοπή του χώρου και του χρόνου από τις οντολογικές απορροές και κατευθύνσεις τους.
Κατ΄αρχήν ο  Gadamer στο μνημειώδες έργο του «Αλήθεια και μέθοδος» διακηρύσσει  στην επιστροφή του  ερμηνευτικού λόγου διά του Χάϊντεγγερ στον προσωκρατικό οντολογικό λόγο. Σε τρία επίπεδα: Στην εσωτερική ενατένιση του ανθρώπου, στη θέαση του κόσμου, στην αξιολόγηση της τέχνης, των έργων τέχνης.Μέσα από τη βασική έννοια της κατανόησης ο Γερμανός διανοητής προσπαθεί να συνδέσει τις σκέψεις και κρίσεις του ανθρώπου με τις απορροές και εκχειλίσεις του Είναι, τελικά να συνδέσει τον άνθρωπο με την αρχέγονο πηγή του, το Είναι του Όντος.  Κατανόηση για τον Gadamer είναι η σύνδεση των φαινομένων με το σύνολο των οντολογικών ιδιοτήτων που κρύβουν, η σύνδεσή τους με το Είναι, η  ανακάλυψη της αληθείας παντού γύρω μας λόγω της εσωτερικής σύνδεσης όλων με το Είναι. Εν στιγμή ο άνθρωπος μετέχει εν χρόνω με το Είναι, διότι όλα Είναι, και ο χώρος και ο χρόνος( εξάλλου ο Χάϊντεγγερ στο Είναι και χρόνος στενά συνέδεσε το χρόνο με το Είναι(το Είναι είναι ένγχρονο εν τω κόσμω, άρα ο άνθρωπος δύναται να συνδεθεί μαζί του μέσα από τη φροντίδα συμμετοχής και πνευματικά αλλά κυρίως ενορατικά, ο άνθρωπος μετέχει του Είναι όταν εξαντληθούν όλες οι περιττές δυνάμεις οι οποίες τον χωρίζουν από την μία κοινή δύναμη μέθεξης του  Είναι).
Ο προβληματισμός λοιπόν  του Gadamer είναι επομένως και φιλοσοφικής αλλά και οντολογικής υφής: Ο Γερμανός στοχαστής θεωρεί ότι με το λόγο του Καρτεσίου το Εγώ εναντιώνεται στο  Εσύ ως Άλλο και με αυτόν τον τρόπο το Όν ως υποκείμενο διασπάται σε Υποκείμενο και Αντικείμενο. Αποτέλεσμα είναι  το γεγονός ότι το Υποκείμενο δεν μπορεί ως Όλον να αυτοθεαθεί οντολογικά διότι πολύ απλά του λείπει το άλλο μισό του, το Αντικείμενο.
Ως εκ τούτου χάνει την  άνω επαφή με το Όν και εγκαινιάζει την οριζόντια φαινομενική και καθαρά εξωτερική επαφή με το Αντικείμενο φαινόμενο το οποίο το βλέπει αισθητικά και ελάχιστα οντολογικά. Ο Gadamer πιστεύει ότι κάπου εκεί  στους προσωκρατικούς χάθηκε ο οντολογικός λόγος ως μόνη οδός της αληθείας του Είναι (διότι αλήθεια(α+λήθη) είναι μόνον η αναμνηση του Είναι όλα τα άλλα αποτελούν υποκατάστατα αληθείας) και η επιστημονική μέθοδος άρχισε ως γήϊνα φαινομενικός λόγος απόδειξης να μονοπωλεί την αλήθεια (στις ημέρες μας η αποθέωση της επιστήμης έχει πλήρως σφετερισθεί την έννοια της αληθείας).Εάν ομιλούσαμε με Αριστοτελικές συντεταγμένες θα θυμόμασταν ότι ο Σταγειρίτης όρισε την ουσία ως το σύνολο των ιδεών  οι οποίες ενυπάρχουν στη μορφή του έργου τέχνης και στην ύλη  του. Στη μορφή επίσης του ανθρώπου και στην ύλη εκ της οποίας αποτελείται. Η λησμοσύνη του οντολογικού λόγου –σύμφωνα και με τον Gadamer- επέφερε την καθαρά  εξωτερική διαστασιακή εκτίμηση του κόσμου γύρω μας, του ανθρώπου. Η τέχνη πλέον δεν αντιμετωπίζεται ως βαθμίδα εμφάνισης του όντος αλλά ως   εξωτερική ικανότητα και δεξιότητα υλικής διαχείρισης και καθαρά αισθητικού αποτελέσματος. Επίσης το έργο τέχνης αλλά και η ανθρώπινη ζωή γενικότερα δεν έχει σχέση με την αλήθεια αλλά η επιστήμη σταδιακά έχει καθορίσει όλους εκείνους τους κανόνες οι οποίοι ελέγχουν την ανθρώπινη καθημερινότητα, συνάμα με υλικούς όρους αποτελούν και το σημερινό κριτήριο της αληθείας.
Σύμφωνα με τον Gadamer  την εποχή πρίν από τον Καρτέσιο –στο έργο του γίνεται ιδιαίτερη μνεία στην Αρχαία Ελλάδα- ο οντολογικός λόγος, ως ενορατικός και συνάμα έλλογα αποκαλυπτικός εσωτερικός λόγος περί της ευρυτέρας  φύσεως , διατύπωνε γνωσιολογικές αλλά και αξιολογικές αλήθειες οι  οποίες απέρρεαν  και εκχείλιζαν μέσα από την αρχέγονο φύση του Είναι. Το ζητούμενο είναι η αλήθεια, η οποία δεν είχε μονοπωληθεί-όπως στις ημέρες μας – από τη δυνάστη επιστήμη και τον εφηρμοσμένο τυραννικά λόγον της. H αλήθεια- και  αυτό μάλλον είναι το κεντρικό στοιχείο και σημείο της φιλοσοφίας του Gadamer- εμπεριέχεται στο Είναι(όπως το στοιχειοθέτησε ο Χάϊντεγγερ). Άρα εμπεριέχεται στην ιδέα του πράγματος και του προσώπου και μετέπειτα στην ύλη. Άρα η αλήθεια δεν είναι αποτέλεσμα αισθητικής αποτίμησης αλλά πρωτίστως οντολογικής απελευθέρωσης των δυνάμεων οι οποίες ως ιδέες και έννοιες του Όντος  του Είναι αλληλοπεριχωρούνται στον άνθρωπο στην τέχνη. Με αυτή την έννοια η φιλοσοφία του Gadamer  αποκτά οικουμενική εσχατολογική ως προς το Είναι σημασία.Ο κόσμος μας δεν θα πρέπει νααντιμετωπίζεται επιφανειακά , μέσα από τις φαινόμενες αρχές του ωραίου και του καλού.Θα πρέπει να ερμηνεύεται και νακατανοείται βαθέως ως φορέας του Είναι και των δυνάμεών του και των ενέργειών του. Ο κόσμος τελικά είναι το φαινόμενο του νοουμένου Είναι,  και ο άνθρωπος μέσα από τη μέριμνα να ολοκληρώσει την ύπαρξη του Ώδε – Είναι θα πρέπει να πορεύεται προς τις δυνάμεις οι οποίες Είναι ως Είναι κρυφά εν τω κόσμω.
Η επιστημονική δραστηριότητα- θα μας πεί ο Gadamer- έχει πλήρως δομηθεί επάνω στο Καρτεσιανό έλλογο δόγμα της αμφιβολίας. Η αμφιβολία είναι καθαρά υπαρξιακή κατηγορία του Είναι. Και ως έννοια( βλέπω κάτι και από τις δύο πλευρές του) αλλά και ως πράξη (προσπαθώ να ίδω την ωλοκληρωμένη πρακτική ως βίωμα και ως εξάντληση δυνάμεων. Όμως ο Καρτέσιος εγκαινίασε μία εποχή  όπου οι δύο πλευρές της αμφιβολίας δεν ετέθησαν σε μία κοινή οντολογική σειρά ώστε πραγματικά να εξελίσσουν το άτομο αλλά ετέθησαν η μία ως Εγώ έναντι της  άλλης ως Άλλο. Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό από την άποψη του Είναι. Διότι το Εγώ αμφιβάλλοντας έθεσε τον κόσμο Έναντί  του.Οντολογικά όμως δεν θα έπρεπε να εξέλθει του κόσμου αλλά θα έπρεπε εντός του Όντος να θεάται την πραγματική του πορεία σε αντίθεση με την φαινόμενη,ώστε εσωτερικά να προχωρεί προς την αποκατάσταση εν τω Είναι. Θέτοντας όμως η Καρτεσιανή αμφιβολία το Άλλο έναντι του Εγώ αποθέωσε το Εγώ αποκόπτοντάς το σταδιακά από το Είναι, ενάντια στο  Χαϊντεγγεριανό Λόγο (όπου όλα Γίνονται  εντός του Είναι(γι αυτό εξάλλου ο Γερμανός φιλόσοφος εισήγαγε εν τω Είναι και το χρόνο όπως το Είναι εντός του Χρόνου-Εϊναι και Χρόνος) . Ως ακραία συνέπεια αυτών έχουμε την αποθέωση της δραστηριότητας του Εγώ(το οποίο βέβαια ολοκληρωτικά άδραξε την ευκαιρία που του εδόθη) ειδικά την επιστημονική δραστηριότητα η οποία κατέληξε στη μηχανιστική από-οντικοποίηση του κόσμου.
Ο Gadamer προκειμένου να τονίσει την ηγεμονία των επιστημών διά των φυσικών μεθόδων αφιερώνει το πρώτο μέρος του του θρυλικού βιβλίου του «Αλήθεια και Μέθοδος» στην κριτική της αισθητικής συνείδησης. Ο αποκλεισμός της τέχνης από την αλήθεια,ο περιορισμός της στη ρηχή μερικές φορές σφαίρα της απλής αισθητικής αποτίμησης του ωραίου και του αξίου είναι το αποτέλεσμα της μηχανιστικής επιστημονικοποίησης της ζωής μας, η οποία εν τέλει βασίσθηκε στον διαστασιακό και όχι οντολογικό λόγο των διαφωτιστών. Σε αυτό το σημείο ας θυμηθούμε τον Πλατωνικό Γοργία όπου η τέχνη θεωρείται ως Τρίτη βαθμίδα εμφάνισης του Όντος, αλλά –όπως ήδη είπαμε- και τον Αριστοτέλη ο οποίος ως ουσία στα μετά τα Φυσικά νοεί και τις  ιδέες (οντολογικό μέγεθος) της μορφής και έπειτα την ύλη. Η τέχνη ενδιαφέρει τον Gadamer ( μετά το Χάϊντεγγερ και τον Χαίντερλιν δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά) διότι είναι  η πλέον εξωτερική ενέργεια του ανθρώπου η οποία όμως εσωτερικά σκοποθετείται από την καθαρά οντολογική διάθεση μίμησης της οντικής δημιουργίας και  επαναφοράς του ανθρώπου σε θέση οντολογικού δημιουργού.
Μέσα από την τέχνη και μόνο ο άνθρωπος μιμείται  τη δημιουργική  διάθεση του Όντος και καθίσταται συνδημιουργός. Σε αυτή τη βάση όμως ο Gadamer μιμείται το λόγο του Όντος του Χάϊντεγγερ. Είναι κακή φιλοσοφία το  να αφεθεί η τέχνη και η ανθρώπινη δημιουργικότητα στα χέρια και  μόνο της επιστήμης( ως μέγεθος εξωτερικής παρατηρητικής και νομοτελειακής πορείας) αλλά και της εξωτερικής αισθητικής αποτίμησης( είναι ωραίο απλά επειδή ικανοποιεί τα μάτια και όχι επειδή μιμείται την χαώδη αλλά συνάμα ωραία κίνηση του Είναι).
Όλα αυτά βέβαια αποτελούν για τον Gadamer μία κοινη προβληματική, κοινών εννοιών, οι οποίες ξεκινούν από την ερμηνεία του έργου τέχνης, προχωρούν προς την εξήγηση και κατανόηση, τελικά ο Γερμανός στοχαστής επανανοηματοδοτεί και αυτό το μέγεθος της ιστορίας. Από τη στιγμή κατά την οποία ο φιλόσοφος του Μέλανος Δρυμού εισήγαγε το Είναι εν χρόνω μετήλλαξε τα πάντα γύρω μας. Όλα  Είναι εν τω Εϊναι άρα ο άνθρωπος παντού θα πρέπει να ανακαλύπτει τις κρυφθείσες δυνάμεις του αρχεγόνου Είναι οι οποίες σερβίρονται ευγενικά από το χρόνο. Η ιστορία λοιπόν δεν είναι μία απλή διαδοχή γεγονότων τα οποία ικανοποιούν τη σκέψη και το γούστο. Είναι η προσφορά των δυνάμεων του Είναι, οι οποίες εξελίσσουν όχι τον άνθρωπο, αλλά τον άνθρωπο εντός του Είναι, και τα δύο αυτά μεγέθη. Η κατανόηση του ιστορικού γεγονότος αλλά και της επιστήμης της ιστορίας τίθεται πλέον σε οντολογικές βάσεις. Η Ελληνική  Επανάσταση του 1821 οντολογικά αποτελεί απόδειξη της φύσης του Είναι η οποία Είναι πάντα ελεύθερη.
Η κατανόηση και η ερμηνεία ακολουθούν την παραδεδομένη αυτή οντολογική πορεία του Είναι εντός του Κόσμου.  Ο Παρθενώνας δεν είναι και δεν αποτελεί απλά ένα κτίσμα το οποίο εγείρει τα αισθητικά μας αντανακλαστικά. Είναι μία έξοχη-πρωτίστως – οντολογική στιγμή του Ελληνικού Πολιτισμού,   ο οποίος διά του κτίσματος αυτού θέλησε να αναπαραστήσει την κίνηση του Είναι εντός του κόσμου. Το Είναι  παρουσιάζεται ως στιγμή δημιουργίας, επαφής της γης με τον ουρανό, εκτύλιξης δυνάμεων αρμονίας  και ενεργειών ισορροπίας. Όπως ο Παρθενώνας διά της επιτελεσθείσης αρμονίας ίσταται,παρόμοια και  το Είναι μεταφέρει τις ίδιες δυνάμεις αρμονίας και ισορροπίας. Φωτός και τελειότητας, εξέλιξης και αποκατάστασης. Όπως το Όν ολοκληρώνει τα πάντα,παρόμοια και ο άνθρωπος θα πρέπει  και μπορεί όλα  να τα τελεί.
Η έννοια της κατανόησης δεν είναι πλέον μία μεθοδολογική έννοια αλλά μία αντίστροφη πορεία από το έργο τέχνης προς το ιδανικό του Είναι που φέρει το κάθε έργο μέσα του. Από αυτή την άποψη ο Gadamer θα επιμείνει πολύ στην έννοια του κλασσικού. Το κλασσικό είναι αυτό το οποίο φέρει τόσες ικανές δυνάμεις του Είναι ώστε καθίσταται διαχρονικό μέγεθος, διότι η μετοχή του στο Είναι το καθιστά διαχρονικό. Στο βαθμό λοιπόν εις τον οποίο ο άνθρωπος θα επιστρέψει στο Είναι, στο βαθμό εις τον οποίον θα καταστήσει το Είναι μέτρο της σκέψης του και της πράξης του , σε αυτόν τον βαθμό θα προχωρήσει προς το Όν και το πρόσωπό του. Διότι το πρόσωπο του Όντος είναι το Είναι, το πρόσωπο  μάλιστα του Είναι, είναι  ο άνθρωπος. Παραλλάσσοντας ελαφρά τον Αριστοτέλη θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι η ουσία του Είναι είναι το άθροισμα της ιδέας του Ώδε Είναι και των υλικών εμφανίσεών του. Ο άνθρωπος διά των δύο αυτών μεγεθών θα πρέπει να επιστρέφει στο Είναι, εις το κοινό υποκείμενο υπόστρωμα όλων.

Βασίλειος Μακρυπούλιας, δρ.φιλοσοφίας.

H πρόσφατη ανάρτηση.

H αναμφισβήτητη ύπαρξη του κρυφού σχολείου (εξαιρετικότατο από Αντίβαρο) ( Πατήσθε στο σύνδεσμο).

Δημοφιλείς αναρτήσεις.