Από το Είναι του Μάρτιν Χάϊντεγγερ στο Εκεί-Είναι του Διονυσίου Σολωμού.


Στην «Εισαγωγή στη Μεταφυσική» ο Μάρτιν Χάϊντεγγερ επικέντρωσε την προσοχή του στο νόημα του πρώτου στασίμου της Αντιγόνης του Σοφοκλέους το οποίο και παρέθεσε σε δική του μετάφραση και διεξοδικό σχολιασμό. Θεωρούμε ότι ο σχολιασμός του σημαντικοτάτου και από φιλοσοφικής απόψεως στασίμου έχει σχέση με το πάντα επίκαιρο ερώτημα του φιλοσόφου του Μέλανος Δρυμού  «γιατί να είναι (υπάρχει) το όν και όχι το τίποτα;». Το σισσύφειο αιώνιο ερώτημα περί της σημαντικότητας του ανθρώπου με φόντο το Είναι και όχι την εργαλειακή κοινωνία του σήμερα επανέρχεται. Ως εργαλείο του Ώδε-Είναι , ως μέριμνα έχει αξία ο άνθρωπος, αυτός που είναι ο «φοβερώτερος από όλα τα φοβερά όντα». Ίσως ο Γερμανός σοφός ψάχνει τους τρόπους αυτό το δεινό όν, τον άνθρωπο, να τον μετατρέψει σε χρήσιμο εργαλείο μέριμνας για το Είναι, δίνοντάς του ανώτερο οντολογικό σκοπό και προοπτική.
Ο σοφός Σολωμός εκκινεί –από άλλο ίσως μετερίζι- και αυτός από την ανθρώπινη δεινότητα. Και για το Σολωμό ο άνθρωπος είναι το φοβερώτερο από όλα τα όντα: «Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει/λαλεί πουλί,παίρνει σπυρί και η  μάνα το ζηλεύει». Ο άνθρωπος ευρίσκεται σε μηδενικό (έσχατο ) σημείο λόγω της φύσης του. Μιάς φύσης τόσο αντιφατικής. Η σύγκριση με τα πετεινά(η οποία μας φέρει στο νού τον ύμνο στην ελευθερία των πτηνών του Ιησού «βλέπετε τα πουλιά, πάντα πετούν και πάντα βρίσκουν ό,τι θέλουν») είναι  δηλωτική για το φοβερό όν , τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος του Σολωμού, όπως και του Χάϊντεγγερ, όπως αναλύεται και στο στάσιμο της Αντιγόνης(πολλά τα δεινά κουδέν δεινότερον ανθρώπου μέλει») είναι σύνθεση του χάους και του πολιτισμού. Ο Σολωμός αρχίζει τους «Ελευθέρους Πολιορκημένους» όπως και ο Χαϊντεγγεριανός Σοφοκλής: ο άνθρωπος είναι φοβερός διότι μπορεί να μεταφέρει επί της γής όλη την σκληρή κατάσταση του χάους, αλλά να την κερδίσει. Μπορεί να φέρει επί της γής όλη τη χαοτική  κατάσταση του αβυσσαλέου απείρου. Λοιμούς, γίγαντες, λιμούς, τιτάνες, πολέμους και καταστροφές.Όμως μέσα από το Λόγο (το κυριότερο υπαρξιακό επί της γής χαρακτηριστικό) να επικρατήσει στο Ώδε-Είναι και να δημιουργήσει μία ανεκτή  ζωή. Εκεί, πέρα από την καταστροφή ο Σολωμός βλέπει να ανοίγεται το Είναι του Λόγου και της δημιουργικής φύσης του ανθρώπου: « Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε/και άσα άνθια βγαίνουν και καρποί τόσα άρματα σε κλειούνε». Είναι στερρά πίστη του Χάϊντεγγερ ότι τα όντα μετατρέπονται σε αντικείμενα τα οποία  μπορούν να χειραγωγηθούν και να χρησιμοποιηθούν κατά βούληση από τον άνθρωπο. Η διαλεκτική της χαράς  και του πόνου συναντάται ως διαλεκτική της ύπαρξης και στο Σολωμό και στον Χάϊντεγγερ, ουσιαστικά είναι διαλεκτική κίνησης από τον τόπο της λύπης στον τόπο της χαράς. Η υπαρξιακή κίνηση επιτυγχάνεται όχι με τα  άκρα αλλά με νόηση βούληση και πίστη. Ο Απρίλης του Σολωμού , αυτή η προσωποποίηση της Ελληνικής Άνοιξης , ο μήνας που φέρει τον Έρωτα και τη Ζωή , η νοητή πατρίδα του Είναι, εμφανίζεται ως ένα Εκεί – Είναι στο Σολωμό.
Ο Επτανήσιος ποιητής παρουσιάζει σε όλο της το μεγαλείο τη δεινή φύση του ανθρώπου η οποία αν και κλείεται από άρματα όμως είναι ικανή μέσα από την υπαρξιακή βούληση να πορευθεί προς τους κόλπους του Είναι. Πέρα από τη χαρά και τη λύπη, εκεί όπου όλα απλά Είναι. Μα και ο Χάϊντεγγερ υπό αυτή ακριβώς την οπτική θέτει το ερώτημα περί της μοίρας των όντων. Η μοίρα των όντων(ειδικά έχει θιγεί αυτό το θέμα και από τον Πλάτωνα) υπακούει σε  μία οντολογική διαλεκτική της ανάμνησης του Είναι και της λήθης αυτού. Η ύπαρξη βυθισμένη στη πολλαπλή λήθη του Είναι(η οποία είναι πολυεπίπεδη-οντολογική-γνωσιολογική-αξιολογική) ψάχνει τη λύτρωση στη μεταφυσική η οποία κορυφώνεται στο παλλογικό σύστημα του  Εγέλου( το οποίο δυστυχώς έχει την ίδια αξία για τον ίδιο τον άνθρωπο ενόσω κοιμάται και όταν είναι ξύπνιος) και καταργείται με τον τεράστιο Νίτσε. Ο Νίτσε μέσα από τη βούληση –η οποία συναντά τον Χάϊντεγγερ στην πορεία προς το Είναι εξαφανίζει κάθε έννοια μεταφυσικής(θα έλεγα ότι εξαφανίζει συλλήβδην τους οριστικούς και επαγωγικούς λόγους του Σωκράτους οι οποίοι επί αιώνες στήριξαν τη δυτική μεταφυσική).Η Σοφόκλεια όμως πορεία του Χάϊντεγγερ προσπαθεί να ανοίξει διαδρόμους οντολογικούς της ύπαρξης προς το ον δίδοντας απάντηση όχι μόνο στο «πώς» αλλά και στο «τι είναι η ύπαρξη;». Στην «Εισαγωγή στη Μεταφυσική» αφού ο Γερμανός φιλόσοφος θέτει το θεμελιακό ερώτημα περί του είναι των όντων διερευνά το «τι εστί το είναι;». Στο υποκεφάλαιο «Είναι και σκέπτεσθαι» τίθεται το ερώτημα σχετικά με την ουσία του είναι του ανθρώπου εφόσον το ερώτημα περί του είναι συνδέεται τόσο στενά με το ερώτημα περί του ανθρωπίνου είναι. Αυτό το τελευταίο αντιμετωπίζεται και μέσω της προσφυγής στην σημαντικοτάτη ποίηση του Σοφοκλέους: Η μετάφρασή του είναι ενδιαφέρουσα: «πολλαπλό το ανοίκειο/τίποτε όμως δεν κινείται ανοικειότερο ξεπερνώντας τον άνθρωπο». Η διαλεκτική του όντος συγκεκριμενοποιείται ανάμεσα στο ανοίκειο(δεινό) που φέρει μαζί του το Είναι (το σύνολο των δυνάμεων που συνθέτουν τις αναδιανεμητικές δημιουργίες του Όντως Όντος) και στην ύπαρξη η οποία πληρώνει το αντίτιμο ότι μόνη αυτή διαθέτει το όργανο εκείνο να καταλαβαίνει το τι και πώς του Είναι : το Νού. Η σύνθεση έρχεται όταν η ύπαρξη συνθέσει τη βούληση και την πίστη και την πράξη και προχωρήσει σε έργα υπέρβασης προς το Είναι. Ίσως η ουσία του ανθρωπίνου Είναι είναι ο συνδυασμός προς το Είναι της βούλησης και της πράξης, όταν συμπίπτουν αυτά ο άνθρωπος οδεύει προς το Είναι. Η λέξη του Χάϊντεγγερ φιλολογικά είναι  ενδιαφέρουσα. Ενώ γενικά πολλοί μεταφράζουν το στάσιμο αυτό του Σοφοκλέους ως «δεινά και τίποτε δεινότερο του ανθρώπου» ο γερμανός σοφός βλέποντας ότι το Είναι είναι οίκος, είναι κατάσταση , μεταφράζει «ανοίκειο». Πράγματι πόσα πράγματα στο σύμπαν δεν είναι ανοίκεια, πόσα δηλαδή δεν είναι μακριά από την οικία του Είναι; Η δυστυχία των όντων την οποία ακολουθεί και ο άνθρωπος  έγκειται στο ότι εξήλθον της οικίας του Είναι και έμειναν ανοίκεια, απροσπέλαστα, κατέστησαν εαυτούς άγρια άλογα υποόντα.
Μα και ο μέγας Σολωμός ως οικία  βλέπει το Είναι: Δεν θα είχε και αυτός πρόβλημα να θεωρήσει το Είναι ως οικία , η απομάκρυνση από αυτή την οικία καθιστά τον άνθρωπο ανοίκειο, δυστυχισμένο, σκλάβο στον εαυτό του και σε άλλους.Εάν ο Χάϊντεγγερ θωρεί την ανοικειότητα ως υπαρξιακή  σκλαβική κατάσταση του ανθρώπου ο Σολωμός τη βλέπει τόσο ξεκάθαρα μέσα από το οθωμανικό σκότος( το οποίο σε κάθε περίπτωση αντιπροσωπεύει κάθε σκότος.Κάθε σκλαβιά εξάγει εκ της οικίας τον άνθρωπο, τον υποβιβάζει στα όρια του ανοικείου). Ο Σολωμός διαβλέπει ότι η ύπαρξη έχει διωχθεί από την οικία του πνεύματος, της εξέλιξης, της προόδου προς το Είναι, είναι ανοίκεια διότι στερείται της ελευθερίας. Παραδίδουμε τους εντυπωσιακούς  καθαρά υπαρξιακούς στίχους οι οποίοι τόσο γλαφυρά περιγράφουν την οικία του Είναι, την αντίθετη κατάσταση της σκλαβιάς και την ανοίκεια ύπαρξη  του Έλληνος: « Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη/η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι/με χίλιες βρύσες χύνεται με χίλιες γλώσσες κρένει/όποιος πεθαίνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει». Το Είναι είναι όλες εκείνες οι δυνάμεις οι οποίες προωθούν προς το ωραίο και το καλό, προς το τέλειο και το εύδαιμον τις οντολογικές υπάρξεις. Το Είναι του ανθρώπου ως μέρος αυτού του Είναι συμμετέχει στην ευδαιμονική στιγμή του Όντος. Η συμμετοχή στην ωραιότητα της οικίας του Είναι βεβαιώνει για την ολοκλήρωση της ύπαρξης του ανθρώπου, αυτού του νοήμονος όντος το οποίο ως σύνολο δυνάμεων προχωρεί προς την εσωτερική ολοκλήρωση. Όμως όσο ωραίο και οικείο είναι το Είναι τόσο άσχημο και ανοίκειο είναι η απουσία του Είναι. Αυτή η ανοικειότητα δίδεται τόσο πονεμένα και υπερβολικά στο Σολωμό, ο οποίος μόνον με αυτόν  τον  υπερβάλλοντα ποιητικό τρόπο μπορεί να εκφράσει τον πόνο του για την ανοικειότητα του Έλληνος. Η φύση ως σύνολο των οντολογικών δυνάμεων, ως το μεγάλο σπίτι , είναι ωραίο. Το Είναι σηματοδοτεί την καθολικότητα των πραγμάτων της φύσης, όλα είναι ωραία, είτε είναι πέτρες, είτε χορτάρι, είτε άνθρωπος. Το  Είναι ως σύνολο δυνάμεων έχει επιφυλάξει την ανωτέρα εσωτερική ζωή και απόλαυση για το νοήμονα άνθρωπο. Η ωραιότητα ανάγεται στη σύμπτωση της βούλησης με την πίστη και με την πράξη. Η ύπαρξη ζεί μέσα στο Είναι ως ελεύθερη μέσα από την ταύτιση (θεωρητική και πρακτική) όλων των παραπάνω παραμέτρων. Αυτή η φύση Είναι το Είναι, όποια ανθρώπινη ύπαρξη την χάνει, καθίσταται ανοίκεια, πεθαίνει χίλιες φορές. Μία ως ύλη, μία ως πνεύμα, μία ως βούληση κ.ο.κ.
Ο Χάϊντεγγερ με αφορμή το στάσιμο της Αντιγόνης, περιγράφει την κατάσταση του μη-Είναι, την μη Είναι κατάσταση της ύπαρξης ως ανοικειότητα. Ενθυμούμαστε τον Αδάμ  και την Εύα όταν έχαναν την οικια του Παραδείσου , η ανοικειότητά τους έγκειτο στο να δαμάσουν τη λοιπή φύση. Η ανοικειότητα της ύπαρξης δεν είναι μόνο η  απώλεια της εκπάγλου ωραιότητος της  οικίας του Είναι.Ο άνθρωπος απολλύοντας την οικία του Είναι καλείται να επιβιώσει ανορθόδοξα, ως μη Είναι.Διότι η ανοικειότητα είναι μη-Είναι. Διότι το Εϊναι είναι οικειότητα της ύπαρξης και του κόσμου. Γι αυτό εξάλλου στο Χάϊντεγγερ το ανοίκειο είναι διττό: Όταν αναφέρεται στα  όντα και το είναι τους χαρακτηρίζει το φοβερό με την έννοια της καταδαμάζουσας κυριαρχίας. Ο Σολωμός μάλλον την περιγράφει ιδανικά : «στην πεισμωμένη μάχη/σφόδρα σκιρτούν μακριά πολύ τα πέλαγα και οι βράχοι/και τα γλυκοχαράματα και μές τα μεσημέρια/και όταν θολώσουν τα νερά και εβγούν τα αστέρια». Η αν-οικεία κατάσταση του ανθρώπου τον θέτει στην κατάσταση της καταδαμάζουσας κυριαρχίας. Η γένεση το περιγράφει ως τις εντολές του θεού προς τους πρωτοπλάστους: Η γυνή θα πονά φέροντας τους απογόνους της επί της γής ο ανήρ επίσης θα ιδρώνει  και θα  ματώνει προκειμένου να ικανοποιεί την οικογένειά του ως προς την βρώση. Η ανοίκεια φύση του ανθρώπου είναι φυσιολογική, διότι ο άνθρωπος εξήλθε της οικίας του Είναι και ως ανοίκειος προσπαθεί να επιβιώσει μέχρι τη μεγάλη επιστροφή. Ορθά ο Σολωμός φωνάζει σαν βοήθεια στην ανοικειότητα του ανθρώπου τη μεγίστη αρετή της ανδρείας. Οι στίχοι του είναι καταπληκτικοί: «Σάλπιγγα κόψ΄του τραγουδιού τα μάγια με τη βία/γυναικός γέροντος παιδιού , μην κόψουν την ανδρεία». Η ανοικειότητα βιώνεται με τη βούληση, την πίστη   και το συνεκτικό δεσμό αυτών των δύο την ανδρεία. Κάθε σκλαβιά είναι ανοικειότητα της ύπαρξης, η οποία προκειμένου να επιστρέψει στην οικειότητα του Είναι θα πρέπει να προσεγγίσει την υπαρξιακή ελευθερία του φρονήματος και της πράξης εσωτερικής ομοίωσης προς το Όν.
Γιατί ανοίκειος ο άνθρωπος; Σύμφωνα με τον Χάϊντεγγερ η αν-οικειότητα δεν είναι απλά μία κατάσταση αλλά η ουσία  του ανθρώπου. Εδώ θυμόμαστε τον Παύλο  «ούκ ώδε έχομεν την  μόνιμην πόλιν αλλά την μέλλουσαν πόλιν επιζητούμεν». Θυμόμαστε το Σωκράτη ο οποίος ανεχώρησε για τας νήσους των Μακάρων. Τον Πλάτωνα  ο  οποίος ονομάζει τον άνθρωπο φυτό ο οποίος έχει τις ρίζες του στον ουρανό. Η ανοικειότητα αποτελεί την ουσία της ανθρωπίνης υπάρξεως διότι τελεσίδικα λέει στον άνθρωπο ότι υπάρχει σε λάθος χώρο και χρόνο και θα πρέπει επειγόντως να κάνει  όσα και ό,τι πρέπει για την επιστροφή στην Πατρίδα του Είναι. Το άφθιτον και ακάματον του στίχου της Αντιγόνης 339 (κάτι το οποίο συναντάται και στον Χάϊντερλιν) συντονίζει και χαρακτηρίζει τις ενέργειες του ανθρώπου προς την Οικειότητα του Είναι. Η υπαρξιακή προσπάθεια θα πρέπει να είναι ακάματος και άφθιτος(ακατάλυτος) διότι μόνο κατά αυτόν τον τρόπο ο άνθρωπος θα επαναπροχωρήσει προς την Μεγάλη Πατρίδα.Αυτή εξάλλου αποτελεί και την υπαρξιακή διαλεκτική λύση . Η βίωση της υπαρξιακής σκλαβιάς προκαλεί την ακάματο υπαρξιακή προσπάθεια ελευθέρας βιώσεως της οικείας του Είναι. Η υπαρξιακή σύνθεση προκαλείται από τη βουλητική βίωση της υπαρξιακής οικείωσης.
Η μετάφραση του μεγάλου Γερμανού διανοητή του Σοφοκλείου στασίμου(στιχ.360) παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον: «Καθ΄οδόν ταξειδεύοντας για παντού/χωρίς πείρα και διέξοδο φθάνει στο τίποτε». Η οδός, η υπαρξιακή οδός αποτελεί την ικανότητα του ελλόγου υπαρξιακού ανθρώπου συνεχώς να ανοίγει δρόμους προς τη μεγάλη Οικεία. Οι δρόμοι είναι τρόποι ζωής, μέριμνα προς τον  Άλλον, πορεία προς το ξέφωτο εκεί όπου η μεγάλη οικία φαίνεται ξεκάθαρα και επιζητεί τους αιωνίους κατοίκους της. Πόσο όμορφα ο Σολωμός προσπαθεί να χαράξει τις δικές τους οδούς οι οποίες όχι απλά θα πρέπει να περπατηθούν αλλά ο άνθρωπος με τα φτερά της νόησης και της βούλησης θα πρέπει να τις βαδίσει: «Άγγελε μόνο στα όνειρά μου δίδεις τα φτερά σου;». Ποιος είναι ο Άγγελος; Ο άλλος τέλειος εαυτός μας, αυτός ο οποίος ανοίγει συνεχώς οδούς, δρόμους προς το ανέφικτο. Προς το Είναι της πλήρωσης και της αποκατάστασης. Πέρα από τον κόσμο του υπό-Είναι ο οποίος απαιτεί την ύστατη προσπάθεια του ανθρώπου προκειμένου να μην αλλοτριωθεί η ύπαρξη στη λήθη και στην εγκατάλειψη του όντος.
Ο Χάϊντεγγερ προσφέρει την παραπάνω μετάφραση προκειμένου να καταδείξει(κατ΄αρχήν) ότι ο άνθρωπος συνεχώς ανοίγει δρόμους, είναι  περπατημένος και έμπειρος. Αλοίμονο όμως( ας θυμηθούμε και λίγο το μυστικό Αυγουστίνο σε αυτό το σημείο).Οι εμπειρίες του  ανθρώπου πώς μπορούν να συγκριθούν με την απειρία του Όλου Είναι;Πώς είναι δυνατόν ο άνθρωπος να καταφέρει να τιθασσεύσει το άπειρο Είναι; Σε κάθε περίπτωση βέβαια το πρόβλημα λύνεται εάν δεχθούμε ότι η υπαρξιακή λύση(η οποία ούτε στο Χάϊντεγγερ ούτε και σε κανέναν δεν είναι ξεκάθαρη)  έγκειται στην διά του θανάτου άφεση  του ανθρώπου εκ του προσκαίρου μη – Είναι του θανάτου στο αιώνιο Είναι, διότι με το θάνατο απελευθερώνονται όλες εκείνες οι δυνάμεις που συνταιριάζουν με το Είναι.Στην επιστροφή στην αιώνια ισορροπία.
Ο Χάϊντεγγερ(και μέσα από τις επιρροές του Χάϊντερλιν) θεωρεί ότι πράγματι ο άνθρωπος ανοίγει οδούς προς όλες τις  κατευθύνσεις σε μία ατέρμονη προσπάθεια να ξανοιχθεί στο ξέφωτο, να ίδει όσο Είναι μπορεί να ίδει. Ο Σολωμός επιζητεί τα φτερά του Αγγέλου, ίσως γιατί αφημένος ο νούς να πετά ψηλά βλέπει τόσα χωρίς να ανοίξει οδούς, ο ουρανός θέλει κουράγιο γιατί είναι η οδός αφ΄εαυτού: «Τα θέλω γώ να τά΄χω γώ να τα κρατώ κλεισμένα». Φτερά θέλει ο άνθρωπος, φτερά νοήσης, πίστης βούλησης. Στον Πλάτωνα, και ειδικά στο Φαίδρο, η κίνηση των φτερών προικίζει την ψυχή πρίν αυτή ενσωματωθεί στο σώμα αλλά και όταν αυτή θα θελήσει να επιστρέψει στον τόπο των ιδεών. Σε κάθε  περίπτωση οι οδοί οι οποίες ανοίγονται θέλουν νού και ψυχή, υπέρβαση και πορεία, βούληση και πίστη διότι η οδός η άνω επιθυμεί των πάντων.
Στη μετάφραση όμως εμπεριέχεται και το ακριβώς αντίθετο λεκτικό σύνολο «χωρίς πείρα». Εμφανισιακά μόνο ενυπάρχει αντίφαση. O Xάϊντεγγερ συζητεί ότι πολλές  φορές στον άνθρωπο υπάρχει αδιέξοδο ή δεν υπάρχει διέξοδος. Νοητικά αδιέξοδα, συναισθηματικά αδιέξοδα, ηθικά αδιέξοδα. Πάντα όμως θα πρέπει να ανακαλύπτεται η υπαρξιακή οδός προς το Είναι. Σε αυτή την περίπτωση επιστρατεύεται η λέξη «μηχανόεν» (προέρχεται από το μητιάομαι-μητιώμαι=σκέφτομαι).Σε κάθε περίπτωση η παράλληλη μετάφραση του στασίμου από τον ενορατικό Χάϊντερλιν φανερώνει ότι η σκέψη ως λογική πορεία δεν επαρκεί ώστε η ύπαρξη να «λυτρωθεί» στην πορεία της προς το Είναι. Αλλά και η αυτοκατανόηση ότι η νόηση δεν επαρκεί είναι πρόοδος στην πορεία της ύπαρξης προς το Είναι. Η λέξη όμως μηχανόεν(η δύναμη σκέψης και κατασκευής πράξεων) συνδέεται από τον Χάϊντεγγερ με την τέχνη( η οποία στον Πλατωνικό Γοργία θεωρείται ως τρόπος εμφάνισης του Όντος).Η τέχνη για το Γερμανό σοφό είναι γνώση(κάθε δημιουργίαι προϋποθέτει να γνωρίζεις τις δυνάμεις και τον τρόπο σύνθεσής τους).  Άρα η ύπαρξη μέσα από την τέχνη αυτοπροσδιορίζεται και γνωσιολογικά. Ενθυμείται τα «υλικά» που χρησιμοποιήθηκαν για την παραχθείσα τέχνη. Τις γνώσεις, τη μορφή, τις ιδέες και τις αξίες που αποπνέουν και φωτίζουν το δρόμο της ύπαρξης. Ο Σοφοκλής σαφέστατα θεωρεί την τέχνη ως φώς και οδό για τον άνθρωπο. Η τέχνη είναι γνώση υπό την έννοια ότι αποτελεί εν-έργεια από το Είναι προς κάποιο Όν άρα είναι τρόπος εμφάνισης του Είναι, ο οποίος ομιλεί περί του Είναι. Και η τέχνη αποτελεί μία μορφή βίας του καταδαμάζοντος τα πάντα ανθρώπου ο οποίος στην προσπάθειά του να οδηγηθεί προς το Είναι κάνει την απέλπιδα προσπάθεια να εκμεταλλευθεί, νικήσει, υπερκεράσει , τα όντα που ίστανται ως δυνάμεις και ενέργειες μπροστά του. Ο κόσμος ως τέχνη συμβολίζει το έργο, όπως ελέγχθηκε στο νού του καλλιτέχνη παρόμοια βιωματικά μπορεί  να ελεγχθεί από την ύπαρξη και να υπερβαθεί προς το Είναι.
Ο Σολωμός στον περίφημο «Κρητικό»του παρουσιάζει τη φύση μέσα από το πλαίσιο του τεχνικού ποιητικού λόγου, μέσα από συνεχείς εικόνες και ηχητικές λέξεις οι οποίες κρατούν ανοικτές τις ανθρώπινες αισθήσεις προκειμένου να κατανοήσουν το μεγαλείο της φύσης(η οποία όμως θα πρέπει να υπερβαθεί από την ύπαρξη η οποία ανήκει πέρα από το Είναι  της φύσης). Αναφέρεται στο Σολωμό: « τα πέλαγα στην αστραπή και ο ουρανός αντήχαν,οι ακρογιαλιές και τα βουνά και  όσες φωνές και αν είχαν». Ενισχύεται εδώ η ηχητική πτυχή της εικόνας που δημιούργησαν τα τρία αστροπελέκια καθώς ο ήχος  τους αντηχεί σε όλη τη γύρω πλάση προκαλώντας εύλογη αναστάτωση στον ήρωα και στην κοπέλα. Η απεραντοσύνη της φύσης τονίζεται από τους πληθυντικούς αριθμούς (πέλαγα, ακρογιαλιές, βουνά) αλλά και η ομοιοκαταληξία (αντήχαν-είχαν) εξισώνει ως ενέργειες τα πέλαγα με τον ουρανό και τα βουνά. Η τέχνη του Σολωμού είναι η βία της καταδαμάζουσας ύπαρξης η οποία προκαλεί το μεγαλείο της φύσης προκειμένου να το υπερβεί. «Λάλησε σάλπιγγα  και εγώ το σάβανο τινάζω,και σχίζω δρόμους και τα αχνούς αναστημένους κράζω». Η Δευτέρα παρουσία, η νίκη της ύπαρξης, ή ώρα κατά την οποία ο Κρητικός θα ξαναδεί την αγαπημένη του, η ύπαρξη θα επιστρέψει στο χώρο του Είναι εκεί όπου ανήκει.
Το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της ανοικειότητας , του ανθρώπου δηλαδή, προκύπτει από τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Έλληνες πρώτα καλόπιασαν τη φύση και την είδαν με το πρόσωπο το ανθρώπινο των θεών, πρίν ορμήσουν να την  νικήσουν μέσα από το ηθικό βίωμα το τόσο καθαρτικό της τραγωδίας. Ο  άνθρωπος ορμά ενάντια στα καταδαμάζοντα εαυτόν όντα, ανοίγει δρόμους , ανοίγει το ώδε είναι ως έργον. Εδώ εισέρχεται η έννοια της τόλμης. Η τόλμη του ανθρώπου να καταδαμάσει το καταδαμάζον της φύσης προκειμένου να εισέλθει στους χώρους του Είναι. Βέβαια σύμφωνα με τον Χάϊντεγγερ για τον άνθρωπο που τολμά να δαμάσει την  δαμάζουσα φύση ελλοχεύει ο κίνδυνος του μη-όντος, της αταξίας και ανισορροπίας. Μέχρι όμως την επιστροφή στο Είναι το οποίο έγκειται πέρα από την τάξη και την αταξία, πέρα από κάθε δυαλιστικό μοντέλο.
Τελικά ο Χάϊντεγγερ μεταφράζει απλά το στάσιμο της Αντιγόνης ή δίδει έμμεση υπαρξιακή λύση διά του προσώπου της Αντιγόνης; Η ύπαρξη λυτρώνεται και επιστρέφει προς το Είναι όταν προβάλει το ηθικό μεγαλείο , βιωματικά ξεπεράσει τον κόσμο και ριχθεί στο χάος του γκρεμού το οποίο είναι οδός προς το Είναι,πέρα από το γκρεμό τελικά καραδοκεί και περιμένει ο βασιλεύς Είναι; Σε παραδόσεις του το 1934 υπεστήριξε ότι δεν είναι δυνατόν να συζητούμε για το Σοφοκλή καθ εαυτόν ή τον Κάντ καθ εαυτόν. Όπερ σημαίνει ότι είναι αδύνατον η Αντιγόνη να συμβολίζει τόσα πολλά. Το ότι όμως ασχολήθηκε μαζί της φανερώνει ότι ίσως μέσα από το στάσιμο έδειξε το δρόμο της Αντιγόνης ως λύση προς το Είναι  στην ύπαρξη. Το πρόβλημα δεν είναι ποσοτικό. Είναι ποιοτικό. Ή ύπαρξη δεν θέλει να  ανακαλύψει όλες τις οδούς προς το Είναι.Η πιο σύντομη της φθάνει. Η Αντιγόνη αντιπροσωπεύει σύντομη οδό προς το Είναι διότι από την κορυφή εις την οποία ανέβηκε όλα φαντάζουν κοντινά. Η ύπαρξη βιωματικά αφήνεται στο Όλον και η οδός είναι μονόδρομος προς το Είναι.  Παρόμοια και ο Σολωμός στον  «Κρητικό του»φωνάζει ότι «καπνός δεν μένει από τη γή» επίσης «νιός ουρανός εγίνη». Ο άνθρωπος προχωρεί διά των όντων  της φύσης νοιώθοντας ότι αφαιρώντας από πάνω του περιττές δυνάμεις και ενέργειες ελαφρύνει το νού του στο να αντιληφθεί το Είναι. Τα όρια της ζωής και του θανάτου στενεύουν επικίνδυνα αλλά η ύπαρξη προς το Είναι οδεύει πίσω από αυτό το καταστροφικό για την ελευθερία του ανθρώπου ζεύγος. Ο Κρητικός οδεύει προς την Ανάσταση, προς την πτώση του στο χάος και την  επανασύνθεσή του εν τω Είναι. Ο δρόμος με την Αντιγόνη είναι κοινός. Για αυτό ο Σολωμικός ήρωας ερωτά «μην είδατε την ομορφιά που την κοιλάδα αγιάζει;» Η κοιλάδα είναι το πεδίο της τελικής κρίσης εκεί όπου όλα αποκαθίστανται μέσα από τη δικαιοσύνη του Είναι.
Η Φεγγαροντυμένη ύπαρξη στο Σολωμό «εκοίταξε τα αστέρια και εκείνα αναγαλλιάσαν/και την αχτινοβόλησαν και δεν την εσκεπάσαν». Το φώς της οδού λάμπει αλλά δεν κατακαίει την ύπαρξη που προχωρεί , διότι είναι γνωστό ότι η ύπαρξη έχει αφεθεί στο Είναι και δεν θα κοιτάξει πίσω. Μόνον από αυτήν την άποψη της τελικής αφαίρεσης ο θάνατος είναι ένωση με το Είναι. Διότι όταν όλα τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά χαθούν(και αυτό γίνεται μόνο με το θάνατο) μένει το μόνο ουσιώδες το οποίο είναι το Είναι. Διότι τελικά και ο άνθρωπος είναι Είναι υπό την έννοια ότι είναι ένας από τους  πολλούς τρόπους του Είναι.

Βασίλειος Μακρυπούλιας, δρ.φιλοσοφίας.

H πρόσφατη ανάρτηση.

Aκόμα ένα επιχείρημα περί της ανυπόστατης εικασίας των σκοπιανών για το όνομα της γλώσσας των.

Το επιχείρημα το οποίο καταρρίπτει παταγωδώς την εικασία των σκοπιανών για την ύπαρξη της ψευδούς και ανυπόστατης «μακεδονικής» τους ...

Δημοφιλείς αναρτήσεις.