Το νιτσεϊκό υπόστρωμα της σκέψης του Ίωνος Δραγούμη στο «Όσοι ζωντανοί».


Στο σημαντικό έργο του Ίωνος  Δραγούμη «Όσοι ζωντανοί» περιγράφεται το νιτσεϊκό πέρασμα του συγγραφέως από την Πόλη. Η βούληση και ο υπέρλογος θαυμασμός του για την Πόλη τον κατατάσσουν στους Έλληνες οι οποίοι κινήθηκαν πέρα από το Λόγο προσπαθώντας να προσεγγίσουν την υπόθεση της Ελλάδος με πιο μυστικές δυνάμεις , όπως είναι η αγάπη, ο θαυμασμός, η βούληση της προόδου και της ολοκλήρωσης. Η προσπάθεια πορείας προς το όνειρο που τόσο ημιτελές άφησαν σημαντικοί άνθρωποι του παρελθόντος και θα πρέπει εμείς ως απόγονοι να ολοκληρώσουμε. Ο  ίδιος μας αναφέρει ότι του άρεσε να σημειώνει πάντα τις πρώτες εντυπώσεις για να φυλάγει αποκρυσταλλωμένη τη σπιθοβολή,τη φρεσκάδα και τη δροσιά των εντυπώσεων από τη Βασιλεύουσα. Το διονυσιακό στοιχείο γεμίζει τα γραπτά του Δραγούμη, η γνώση δεν τρέφει το νού, τρέφει την ψυχή, τη σηκώνει ψηλά για να ίδει άλλα έργα και άλλες ομιλίες.
Ο συγγραφέας δείχνει να έχει ισχυρά παράπονα από πολιτικούς και άλλους οι οποίοι δεν κρατούν την ιστορική κληρονομιά στο ύψος που της πρέπει.Πόσο μας θυμίζει το Νίτσε όταν αυτός φώναζε ότι θα πρέπει όλοι να ξυπνήσουμε τον κοιμισμένο Ζαρατούστρα, τη θέληση για τη  φωτιά, τη βούληση για το καλλίτερο που όλοι φέρουμε μέσα μας. Η αντιπαραβολή η οποία επιχειρείται από το Δραγούμη με την Αμερική δεν είναι τυχαία. Ίσως είναι η σύγκριση του κόσμου των ιδεών (Έλληνες) με το σημερινό κόσμο του συμφέροντος και της απέραντης  ύλης. Το όλο πρόβλημα δεν είναι λογικό αλλά βουλησιοκρατικό.Οι σύγχρονοι Έλληνες θα πρέπει μέσα από το αναγκαίο γνωσιολογικό τους επίπεδο να αναπτύξουν τη βούληση μίμησης μεγάλων ανθρώπων με σκοπό και οι ίδιοι να αναδείξουν τις αρχές, τις αξίες, τους εαυτούς οι οποίοι θα γαλουχήσουν την ιστορία των επομένων απογόνων.
Ο Δραγούμης παρουσιάζεται φανατικός πολέμιος των μικροπολιτικών πρακτικών ανάμεσα στα κόμματα, στους βασιλείς, και  σε  όλες τις παραμέτρους της πολιτειακής ζωής της χώρας.Θεωρεί ότι πλέον πολλά άσχημα προέρχονται από την άλογη μίμηση των ευρωπαϊκών ηθών  και συνηθειών. Αναφέρει σχετικά (ειρωνικά) ότι στη Γαλλία κατασκευάζονται τα τέλεια συντάγματα τα οποία έρχονται και στην Ελλάδα,ίσως ειρωνεύεται τους απογόνους του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους οι οποίοι ενώ τα έχουν όλα στην απίστευτη πολιτιστική και ιστορική τους κληρονομιά, ικετεύουν για φώς αλλού αγνοώντας το δικό τους ήλιο ο οποίος λάμπει λαμπρά.

Γενικά ο Δραγούμης( η διαμαρτυρία του είναι ισχυρή σαν  όλες τις διαμαρτυρίες του Νίτσε στο «λυκόφως των θεών»)διαμαρτύρεται για όλους εκείνους οι οποίοι ενώ θα μπορούσαν να προσφέρουν ουσιαστική βοήθεια προς το Ελληνικό Έθνος απεναντίας δεν το κάνουν. Όταν αποκαλεί τους δασκάλους «ότι αρχαιοκοπανίζουν» ο Δραγούμης αποκαλύπτει την υγιά νιτσεϊκή του ορμή.Δεν  είναι το θέμα να μεταδοθεί  στους συγχρόνους απογόνους των Ελλήνων απλά η αρχαία γλώσσα. Οι Έλληνες θέλουν εκείνο το φρόνημα και  την δημιουργική ιστορική ορμή ώστε να (ξανα)δημιουργήσουν έναν πολιτισμό αντάξιο των προγόνων των. Αυτό όμως είναι  θέμα βούλησης και πίστης σε ό,τι το ωραίο έχει μέσα του ο Ελληνικός λαός και η λαϊκή ψυχή η οποία και τον αντιπροσωπεύει. Βέβαια ο Δραγούμης θεωρεί ότι υψηλά θα πρέπει να  κρατήσουν τη σημαία της Εθνικής αφύπνισης και προόδου και οι δημοσιογράφοι και οι πολιτικοί οι οποίοι δεν θα πρέπει να αναλίσκονται σε μικροκομματικές έριδες και επιδιώξεις. Ο Έλλην διανοούμενος φαίνεται ότι έχει ιδιαίτερο πρόβλημα με την τακτική κάποιων πολιτικών και όχι μόνο να προσπαθούν ξενομανικά να προσαρμόσουν την Ελλάδα στην Ευρώπη( αντί να γίνεται το αντίθετο).Σαφέστατα αναφέρει : «λίγο το έχεις να γίνει η Ελλάδα Μονακό ή Αρχαιολογικό Μουσείο;».
Η Πόλη ξυπνά δυνατές συγκινήσεις στο Δραγούμη. Συγκρίνει τον πλούτο της με την «ξερακιανή» Αθήνα, το μυαλό του μάλιστα γεμίζει με εικόνες του ενδόξου παρελθόντος.Αναφέρει: «Τι να πρωτοθυμηθώ στον ιππόδρομο,τον Κωνσταντίνο,τον Ιουστινιανό, τους Ίσαυρους ή τους Μακεδόνες». Η ανάμνηση είναι γνωστικής φύσης αλλά μέχρι τη στιγμή που θα γεννήσουν συναισθήματα υπερηφάνειας. Ο άνθρωπος μέσα από το παρελθόν καλείται να δημιουργήσει ένα καλλίτερο αύριο για αυτόν και τα παιδιά του. Η παιδεία της Πόλης είναι παιδεία Ελληνική, για το πώς το Νεοελληνικό κράτος θα γίνει ένα κράτος εύδαιμον και αντάξιο του παρελθόντος που μεταφέρει. O Ίων συγκρίνει τις δυστυχίες που περνά στους δικούς του καιρούς το Ελληνικό κράτος με τις δυσκολίες της Πόλης. Σχεδόν στην εποχή του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Και τότε προκειμένου να «φραγκέψει» όπως αναφέρει έμεινε η Βασιλεύουσα μόνη και αβοήθητη. Αλλά και στην εποχή του η Ελλάδα έγινε άθυρμα στα χέρια και στα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων. Η νιτσεϊκή βούληση, το συναισθηματικό άλμα ελλοχεύει στον  Έλληνα διανοούμενο. Οι Έλληνες θα πρέπει με αγάπη στην Πατρίδα και στο Ελληνικό κράτος να πάρουν τις ιστορικές τύχες τους στα χέρια τους, βασικό είναι η πάσης φύσεως ανεξαρτησία. Ο Δραγούμης βουλησιοκρατικά νοιώθει τη ζωή της Πόλης να μεταφέρεται μέσα στους αιώνες . Μας κάνει στη μελέτη του έργου του εντύπωση η παρακάτω  παράγραφος: «Οι τούρκοι νοιώθουν τα ερείπια και τη σχέση τους  με τη ζωή. Στους τοίχους τους αρχαίους των κάστρων των βυζαντινών ακουμπούν τα σπίτια τους και απάνω στους πύργους αφήνουν και φυτρώνουν δένδρα και χαμόδενδρα και χορτάρια. Δεν τους μέλει τους ζωντανούς ποιος  έχει χτίσει τα ερείπια ούτε γιατί και η αδιαφορία αυτή είναι ζωή.Αντί να γκρεμίζουν και να ξαναχτίζουν τοίχους μεταχειρίζονται τους παλαιούς. Και αυτό είναι ζωή.».
Η ψυχή του συγγραφέα συνταράσσεται από τη συγκίνηση του μέρους. Ο Λόγος τέτοιες ώρες δεν έχει πολλά να προσφέρει, υποτάσσεται στην ψυχή. Πολλές φορές είναι ωραίο να νοιώθεις το ωραίο,το όμορφο και να συνειδητοποιείς  μέσα από ποιο ποτάμι ήλθες σε αυτή τη ζωή, και ποια είναι η αποστολή σου.Να προσφέρεις και εσύ όπως οι πρόγονοί σου πρόσφεραν τόσα και τόσα για ένα κόσμο πνεύματος και ευτυχίας. Αναφέρεται : «Πέρασε η μέρα και οι  ταραχές της ημέρας χόρευαν σατανικό χορό μέσα μου». Το ανορθολογικό νιτσεϊκό στοιχείο του Ζαρατούστρα κυβερνά το συγγραφέα. Όλα γύρω του, η φύση, αποκτά σάρκα και οστά, μεταφέροντας στο νεοέλληνα το μήνυμα ότι θα πρέπει να ακολουθήσει τη μεγάλη μητέρα εάν θέλει το Νέο Ελληνικό Κράτος να γράψει αξιοσημείωτη ιστορική πορεία. «Άξαφνα στη σιγαλιά της νύχτας ένας άνεμος φύσηξε δυνατός,τρελός, σαν να ήθελε να σαρώσει τον κόσμο.Και είπα του ανέμου: «Βρέ αδελφέ μου, τι σ΄έπιασε και ήλθες να χαλάσεις την ησυχία μας και να μας συνταράξεις έτσι;Καλά ήμαστε όπως ήμαστε».
Σιγά αλλά σταθερά η Πόλη στο μυαλό του Δραγούμη αποκτά υπερβατική (Καντιανή θα λέγαμε) υπόσταση.Η μεταφυσική  και ονειρώδης Πόλη είναι η οδός και ο σκοπός του κράτους που βάφτηκε  από το αίμα του Κολοκοτρώνη και του Μακρυγιάννη προκειμένου να καταστή αυτό το κράτος αύταρκες και οι πολίτες του ευδαίμονες. Η σχέση της Πόλης με το Νέο Ελληνικό Κράτος είναι όμοια με τη σχέση του μύθου με τη δυνητική πραγματικότητα. Η ψυχή πρέπει να εύρει τις αρίφνητες φωνές και τα  άπειρα συναισθήματα προκειμένου αυτά να γεμίσουν προς την πρόοδο  την καρδιά του νεοέλληνα. Τα συναισθήματα που γεμίζουν  το συγγραφέα είναι και αρνητικά. Η διαλεκτική του Ηρακλείτου σε όλο της το μεγαλείο: «Με είχε συνεπάρει τότε λύπη, ταραχή μονάχα και άρνηση». Η επίκληση της δύναμης μας θυμίζει τη ρήση του Νίτσε : «και εκείνους που τους είδαν  να χορεύουν τους πέρασαν για τρελλούς/αυτοί που δεν μπορούσαν να ακούσουν τη  μουσική». Αυτή η μυστική μουσική της λύρας του χρόνου, ο Ορφέας που επιστρέφει μέσα από το βάθος του χρόνου επιβάλλεται να παίξει τη  λύρα της προόδου στην καρδιά του Νεοέλληνα, είναι  θέμα όχι  σκέψης αλλά βούλησης και απόφασης.
Η αναλυτική περιγραφή  της Αγίας Σοφίας, του αιωνίου Ελληνικού συμβόλου( το οποίο χτίσθηκε στα πρότυπα των Ελληνικών Ναών ) δεν είναι τυχαία. Η αρμονία είναι η θεά που καλεί τη φύση να μας επισκεφθεί και πάλι. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι οι πρόγονοί μας έφθασαν τόσο κοντά στη σοφία  του κόσμου, της φύσης του σύμπαντος  ώστε ναό να την κάνουν, ώστε να την αφήσουν αιώνιο μνημείο στην ιστορία. Ο Δραγούμης είναι συγκλονιστικός: «τον τρούλο τον τόσο ελαφρύ,τα σφαιρικά τρίγωνα που ενώνουν αρμονικά τις στρογγυλές γραμμές του με το πολυγωνικό και το κτίριο,κοίταζαν τις κάμαρες με τα πολύτιμα μαυρισμένα χρυσοπράσινα μωσαϊκά…».Ο σεβασμός στην Αγία Σοφία παίρνει πανανθρώπινες διαστάσεις όπως οικουμενικά είναι και τα Πλατωνικά αποστάγματα. Ο άνθρωπος πρέπει να σέβεται και να κυνηγά τη Σοφία, την οδό προς το φώς, ένα φώς που κανονίσθηκε να εισχωρεί  άπλετο στην εκκλησία που εγκαινιάσθηκε από τον   Ιουστινιανό.
Η τελική σύγκριση η οποία επισυμβαίνει από το Δραγούμη είναι αυτή ανάμεσα στους ζωντανούς και στους νεκρούς. Ζεί όποιος πιστεύει, όποιος ονειρεύεται όποιος βούλεται πολλών πραγμάτων. Ο άνθρωπος είναι στοά, και αν δεν είναι πρέπει να γίνει. Από αυτή τη στοά  πρέπει να εισχωρούν αέρηδες από εχτές, από σήμερα από αύριο. Οι πρώτοι είναι νοτιάδες ανάμνησης, οι δεύτεοι ανατολικοί και δυτικοί πίστης και βούλησης. Οι τελευταίοι είναι βοριάδες πράξης.Μίμησης του αιωνίως ωραίου.

Βασίλειος Μακρυπούλιας, δρ.φιλοσοφίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

H πρόσφατη ανάρτηση.

Ποιά ήταν η θρυλική Μ.Ο.Μ.Α;  Πατήσθε στο σύνδεσμο.

Δημοφιλείς αναρτήσεις.