Γιατί καταδικάστηκε ο Ιησούς;


Αναμφίβολα έχουν γραφεί πολλά για την πλέον σημαντική δίκη ίσως όλων των  εποχών, αυτή του ιδίου του Υιού του Θεού. Θα ξεκινήσουμε αυτή την μικρή  έρευνα επικεντρώνοντας την προσοχή μας σε ένα ερώτημα (σημαντικό κατά την άποψή μας). Γιατί ο Ιησούς υπέστη τη βάσανο μιας δίκης,γιατί «υποτάχθηκε» στη νομική εξουσία και στην ανάλογη διαδικασία του ρωμαϊκού κράτους; Τα ευαγγέλια μας δίδουν μία πρώτη απάντηση: Συγκεκριμένα στο Ματθαίον,ΚΣτ, αναφέρεται ότι κοντά στην εορτή του Πάσχα μαζεύθηκαν οι αρχιερείς και οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι του λαού στην αυλή του αρχιερέως του λεγομένου Καϊάφα και ραδιουργούσαν προκειμένου να εύρουν δόλιο τρόπο σύλληψης και θανάτωσης του Ιησού. Φοβούνταν όμως την κατακραυγή του λαού διότι ίσως θεωρούνταν δολοφόνοι ενός αγαπητού ανθρώπου που τόσο θαυμασμό είχε προκαλέσει στα πλήθη. Ίσως λοιπόν ο Ιησούς υπέστη  τη δίκη υπό του ρωμαϊκού δικαίου προκειμένου οι γραμματείς και οι φαρισαίοι να νομιμοποιήσουν τα δόλια σχέδιά τους και κανείς να μην τολμήσει  να τους καταδιώξει μετά από το θάνατο του Ιησού.
Ο ίδιος όμως ο Ιησούς στο κατά Μάρκον ΙΔ προβαίνει σε μία αξιοπρόσεκτη αναφορά ( τονίζοντας έμμεσα ότι θα πρέπει να υποστή τη δίκη υπό του ρωμαϊκού δικαίου) : Συγκεκριμένα στον κήπο της Γεθσημανής, κατά τη στιγμή όπου ανακαλύπτει για τρίτη φορά τους μαθητές του καθεύδοντες, τους επιτιμά λέγοντας: «καθεύδετε λοιπόν και  αναπαύεσθε.Απέχει.Ήλθεν η ώρα.Ιδού παραδίδοται ο υιός του ανθρώπου εις τας  χείρας των  αμαρτωλών.Εγείρεσθε.Άγωμεν.Ιδού ο παραδιδούς με ήγγικε».Κατανοούμε τη νομοτέλεια της επερχομένης δίκης του Κυρίου, ο οποίος θεωρεί  ότι η σφραγίς του έργου του επί της γής θα επεβάλετο να είναι το μαρτύριό του.Ο Κύριος εγνώριζε ότι θα  έπρεπε να ακολουθήσει όλη την οδό προς το μαρτύριο. Την προδοσία, τη δίκη, την καταδίκη, τη σταύρωση και την Ανάσταση. Με αυτόν τον τρόπο το πρόσωπό του θα έδειχνε θείο και συνεπές στους ανθρώπους, άξιο μίμησης λόγω της συνέπειας λόγου και έργου.Σε κάθε περίπτωση η απλή δολοφονία του Ιησού  από τους δολίους εχθρούς του(Γραμματείς και Φαρισαίους) δεν θα προσέδιδε σε Αυτόν και την Αποστολή του τη συνέπεια και την επισημότητα  που θα προσέδιδε μία δίκη στο Πραιτώριο από τον απεσταλμένο του Αυτοκράτορος, του θείου Αυτοκράτορος.
Όλοι θα μάθαιναν το γεγονός, η αδικία  θα  αποδεικνυόταν,σε κάθε περίπτωση θα  ήταν απόφαση επίσημη του  ρωμαϊκού imperium η οποία και θα αποτελούσε την καλλίτερη διαφήμιση του Ιησού, του έργου του, της επιγενομένης αδικίας, όλοι θα μάθαιναν και θα ασχολούνταν με το Ναζωραίο και τους Ναζωραίους.
Ποια όμως ήταν η κατηγορία που αποδόθηκε εις τον Ιησούν; Σύμφωνα με τα Ευαγγέλια οι κατηγορίες που τον βάρυναν ήταν  ότι οι οπαδοί του τον παρουσίαζαν ως Βασιλέα,Μεσσία, Βασιλέα μάλιστα των Ιουδαίων. Παρατηρούμε ότι ο Ιησούς δολοφονήθηκε για την ίδια κατηγορία για την οποία τον εκυνήγησε βρέφος και ο Ηρώδης. Ο τίτλος που τον συνόδευε από την γέννησή του και μετά(Βασιλεύς) ήταν αυτός που τελικά τον έστειλε στο Σταυρό. Τώρα όμως ήταν ώριμος και συνειδητά δέχθηκε τη Σταύρωση και την Ανάσταση, ως  σφραγίδα στο έργο του. Βέβαια ο Μάρκος (ΙΔ) μας αναφέρει ότι όσο και αν έψαχναν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι κατηγορία «ούχ εύρισκον». Αυτό φανερώνει τη μεγάλη αλήθεια ότι η όποια  κατηγορία για το Χριστό ήταν τελικά άδικη, ο μόνος λόγος που η άδικη δίκη τον  οδήγησε στο «θάνατο» είναι  ο φόβος των αρχόντων του Ισραήλ ότι ο Ιησούς θα φέρει μία άλλη κατάσταση στον  τόπο των Εβραίων η οποία δεν θα τους περιλαμβάνει.Φοβήθηκαν οι άρχοντες του Ισραήλ την αποκτηθείσα δύναμη του Ναζωραίου στο λαό γι αυτό και με τη βία χωρίς κατηγορία τον σταύρωσαν.Ήδη στο κατά Λουκάν ΚΑ αναφέρεται όλη η καινή κτίσις η οποία ανηγγέλθη από τον Ιησού, φοβίζοντας και τρομοκρατώντας τους άρχοντες του Ισραήλ: « όταν ακούσετε πολέμους,και ακαταστασίας μη πτοηθήτε…σεισμοί μεγάλοι έσονται…εγώ γάρ δώσω υμίν στόμα και σοφίαν…ουκ αφεθήσεται λίθος επί λίθω».Ο λόγος του Ιησού είναι καινός και ρηξικέλευθος και προκλητικός. Eίναι λόγος ρήξης ανάμεσα στο παλαιό και στο νέο(Λουκάς, ΙΑ,52). Στο νόμο της  Παλαιάς διαθήκης και στον μη νόμο της Χριστιανικής ελευθερίας του βιώματος σύμφωνα με το θεάνθρωπο(προς Ρωμαίους, Α,17). Στη νέα καθαρά πνευματική βασιλεία που εγκαινιάζει ο Ιησούς, στρέφοντας τους ανθρώπους όχι σε επίγειες διεκδικήσεις αλλά στην ηθική κυρίως κατάκτηση της βασιλείας των ουρανών(Ιωάννης,ΙΗ,36).. Οι παραδοσιακοί Ιουδαίοι, οι καθεστηκότες άρχοντες( Γραμματείς και Φαρισαίοι) ίσως  ένοιωσαν ότι χάνουν την επίγεια εξουσία τους, το όνειρο μιάς ελεύθερης επί της γής χώρας όπου θα κυβερνούν και θα εξουσιάζουν.Σε κάθε περίπτωση  δεν δέχθηκαν  ποτέ ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας. Θεωρώντας ότι ο Ιησούς σφετερίσθηκε το πιο ηδύ όνειρο του Ισραήλ απαίτησαν το θάνατό του(Ιωάννης,Ε,46). Σε κάθε περίπτωση η αναρχική αντίδραση του Ιησού σε σχέση  με την άρχουσα τάξη του Ισραήλ επέτεινε τη διαδικασία του θανάτου του.Οι εξουσιαστές του Ισραήλ νοιώθοντας ότι απειλείται η εξουσία τους σε καμμία περίπτωση δεν θα το ανέχονταν περαιτέρω(Ματθαίος, ΚΓ)(Λουκάς, ΚΒ,67).Ποιές όμως από όλες αυτές τις κατηγορίες είχε νομικό έρεισμα; Για να απαντήσουμε όσο πιο προσεκτικά μπορούμε σε αυτό το σημαντικό ερώτημα θα πρέπει  να σημειώσουμε(κατ΄αρχήν) ότι η Ρώμη ήταν πολιτικό καθεστώς  και σε καμμία των περιπτώσεων δεν θα κατεδίκαζε κάποιον για περίπλοκα πνευματικά ζητήματα, θρησκευτικής φύσης,για θέματα μεσσιανικά και αφηρημένου φιλοσοφικού λόγου. Άρα θα πρέπει να ιδούμε ποιες πραγματικές κατηγορίες θα μπορούσαν να στηριχθούν στο τότε υπάρχον και ισχύον ρωμαϊκό δίκαιο.Οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι ήθελαν κάποια πραγματική πολιτική κατηγορία προκειμένου να εξοντώσουν τον Ιησού( γι αυτό εξάλλου τρομοκράτησαν τον Πιλάτο λέγοντάς του έμμεσα  ότι ο Ιησούς προβάλλει έτερον Καίσαρ,άρα ο Πιλάτος έμμεσα δεν  θα ήταν φίλος του Καίσαρος,κάτι που στο μυαλό τους στοιχειοθετούσε εσχάτη προδοσία πολιτικής φύσης για τους Ρωμαίους) (λές και οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι εδέχοντο τον Καίσαρα!).Εάν λάβουμε υπ΄όψιν αυστηρά το ΙΘ του Ιωάννου, οι εβραίοι δεν είχαν δικαιοδοσία να σκοτώσουν τον Ιησού, οι ρωμαίοι είχαν τέτοια εξουσία, άρα γι αυτό και τον παρέδωσαν στο Πραιτώριο. Εάν επίσης λάβουμε υπ΄όψιν ότι ο Πιλάτος περιπαιχτικά απεκάλεσε τον Ιησού «ίδε ο βασιλεύς υμών» μάλλον η κατηγορία που κατεδίκασε τον Ιησού ήταν η εσχάτη προδοσία διότι θεώρησε εαυτόν  Βασιλέα στη θέση  του ήδη υπάρχοντος  Ρωμαίου Καίσαρος( τίτλος που συνεπαγόταν γήϊνη επανάσταση ενάντια στη Ρώμη, αν και  ο Ιησούς  ρητά ξεκαθάρισε στον Πιλάτο ότι η «Βασιλεία μου ουκ εστίν του κόσμου τούτου»).
Εξάλλου στην εποχή του Ιησού και άλλοι μύστες, άνθρωποι που εθεωρούσαν τον εαυτό τους θεόπνευστο έδρασαν. Ο Σίμων ο Μάγος αναφέρεται, επίσης οι προτροπές στις πράξεις των Αποστόλων ότι θα πρέπει να προσέξουν ποιόν θα ακολουθήσουν οι χριστιανοί, δηλώνει ακριβώς ότι στην Ελληνιστικη και ρωμαϊκή εποχή που έδρασε ο Ιησούς, εκεί όπου το θρησκευτικό και πολιτιστικό χάος διαδέχθηκε την  αρμονία της πόλεως κράτους,ο θρησκευτικός συγκρητισμός ήταν σύνηθες φαινόμενο και κανείς δεν θα σταυρωνόταν μόνο και μόνο για τις αφηρημένες θεολογικές του ιδέες.Ας δώσουμε για παράδειγμα το Ευαγγέλιο του Ιούδα, εκεί όπου ο Χριστός ταυτίζεται με τον Σήθ, το γιό του  Αδάμ,εκεί όπου μερίδα γνωστικών τιμούσε τον όφι. Ήταν τέτοιες οι εποχές όπου η θρησκευτική καινοτομία και διδασκαλία ήταν  σύνηθες φαινόμενο.Δεν θεωρούμε ότι αυτό καθ΄εαυτό το θεολογικό κήρυγμα του Ιησού ενόχλησε την καθεστηκυία και κυβερνώσα τάξη οδηγώντας το Θεάνθρωπο στο Σταυρό. Η εξομοίωση του Ιησού με τον Αύγουστο ως παραλλήλου ουρανίου Θεού, η γένεση του προσωπικού Θεού ο οποίος νικά τον επίγειο Βασιλέα και ανοίγει για πρώτη φορά ηθική  οδό προς τον  επόμενο κόσμο του τελείου Θεού, απελευθερώνοντας τον παλαιό Αδάμ, ήταν αυτό που ενόχλησε βαθύτατα τους άρχοντες των Εβραίων.Η γένεση ενός ουρανίου Αυγούστου δίπλα στον επίγειο, η δημιουργία μιάς ουράνιας Ρώμης δίπλα στην επίγεια φόβισε και οδήγησε τον Ιησού στο Σταυρό.Στον Ιωάννη (ΙΑ) αναφέρεται ρητά ότι οι αρχιερείς φοβήθηκαν την πνευματική και ηθική εξαλλοίωση των Εβραίων από το κήρυγμα του Ιησού. Φοβήθηκαν ότι θα ακολουθήσουν το δρόμο της αγάπης αφήνοντας τους Ρωμαίους να κυβερνήσουν αυτόν τον κόσμο. Αν και αναφέρεται ότι ο θάνατος του Ιησού θα συρρίκνωνε το εβραϊκό έθνος διότι όλοι θα καταλάβαιναν ότι ο δρόμος του Μεσσία είναι η εσαεί απελευθέρωση του εβραϊκού έθνους. Ο Ιησούς όμως μέσα από την προσπάθειά του να δημιουργήσει το ενυπόστατο πρόσωπο του συγκεκριμένου ανθρώπου ο οποίος για πρώτη φορά ως Εγώ προσδιορίζεται ως Υιός και συγκεκριμένος Υιός του Θεού, απελευθερώνει τον άνθρωπο από γήϊνες ιδιότητες  και τον προσδιορίζει ως πίστη και έργα σε σχέση με τον Πατέρα. Το αξιολογικό αυτό βήμα ήταν πολύ βαθύ και μάλλον δεν χτίσθηκαν οι κατάλληλες γέφυρες με τους προύχοντες του Ισραήλ. Ο Ιησούς πρόβαλε ως Εγώ, ως εξουσίαν έχων, απελευθέρωσε ευρείες μάζες ανθρώπων προσδιορίζοντάς τους σε σχέση  με την προσωπικότητά τους και με ένα προσωπικό θεό(πέρα από στενούς  φυλετικούς  και εθνικούς μακροπρόθεσμα προσδιορισμούς σε μία εποχή όπου το Ισραήλ πάλευε να αποτινάξει το ρωμαϊκό ζυγό) και αυτό ενόχλησε.
Με αυτή λοιπόν την κατηγορία του Βασιλέως των Ιουδαίων αναζητείται,προδίδεται,συλλαμβάνεται (σε χρόνο απίστευτα γρήγορο ο οποίος αποδεικνύει το άδικο της υπόθεσης διότι αποκλείεται σε ένα βράδυ να αποδειχθεί κάτι το σοβαρό) και οδηγείται ενώπιον του αρχιερέως Καϊάφα.Σύμφωνα με τον Ιωάννη(ΙΗ)η σπείρα, ο χιλίαρχος, οι υπηρέτες των Ιουδαίων συνέλαβαν τον Ιησούν, και αφού τον «έδησαν» τον οδήγησαν προς τον Άννα. Ο  Άννας δεν είχε καμμία δικαιοδοσία, ήταν απλά πεθερός του αρχιερέως εκείνου του ενιαυτού του Καϊάφα. Καταλαβαίνουμε ότι υπήρξε συνωμοσία και παράνομη σύλληψη και δίωξη του Ιησού ενάντια σε κάθε νόμιμη σειρά και νομολογία. Κυρίως δεν έγινε η προανάκριση και η έρευνα στο κτίριο του Δικαστηρίου αλλά σε οικία   επιφανούς Ιουδαίου, πρώην Αρχιερέως. Αυτό φανερώνει την απόλυτη βούληση των κυριάρχων του Ισραήλ να καταδικάσει και να σκοτώσει οπωσδήποτε τον Ιησού, ενάντια σε κάθε δικαία δίκη( όπως θα ιδούμε σε καμμία περίπτωση δεν υπήρξε κάποια κατηγορία, πώς είναι δυνατόν να αποδοθεί κατηγορία στον Ιησού ο οποίος μέσα από τις παραβολές του και τη ζωή του φώτισε τους ανθρώπους;).Οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι φοβούμενοι ότι στο κτίριο του Δικαστηρίου θα ακούγονταν πολλές φωνές (αν και στο σπίτι του αρχιερέως υπήρξε και συνεδρίασε το ανώτατο εβραϊκό συμβούλιο με τα 70 μέλη του) διότι σε κάθε περίπτωση στο κτίριο του Δικαστηρίου θα υπήρχε και ακροατήριο ευμενώς διακείμενο προς τον Ιησού, ήταν ένας ανοικτός χώρος( δεν είναι το ίδιο πράγμα και σήμερα ακόμη να γίνεται κάποια δίκη  σε σπίτι δικαστή  ασχέτου του γεγονότος ότι όλοι οι δικαστές είναι εκεί) προκάλεσαν δικαστικό πραξικόπημα με το να σύρουν τον Ιησού σε σπίτι και όχι στο δικαστικό μέγαρο.Η Δωδεκάδελτος η οποία διείπε το ρωμαϊκό δίκαιο δεν έδιδε το δικαίωμα της θανάτωσης στους αρχιερείς και τους προύρχοντες του Ισραήλ( και οι ίδιοι εξάλλου το αναφέρουν στον Πιλάτο λέγοντάς του ότι έφεραν εκεί τον Ιησού διότι δεν μπορούσαν να τον θανατώσουν οι ίδιοι( σε αυτό το σημείο παρατηρούμε τη μεγίστη αδικία μιάς και χωρίς δίκη οι γραμματείς και οι φαρισαίοι είχαν ήδη λάβει την απόφαση.Στο κεφάλαιο ΙΗ του Ιωάννου ήδη είχαν ονοματίσει τον Ιησού κακοποιό και ήθελαν πάση θυσία ο ρωμαίος διοικητής να τον εκτελέσει. Αυτά και μόνο τα γεγονότα αποδεικνύουν ότι όχι μόνο δεν έγινε καμμία δικαία δίκη αλλά ο Ιησούς πέθανε ως αθώος, ελεύθερος από κάθε ανθρωπίνη κατηγορία).
Η ιδανική δίκη θα ήταν  κάπως με τον παρακάτω τρόπο. Κατά την κυρία περίοδο της ρωμαϊκής δημοκρατίας( σε χρόνια όπου έζησε ο Ιησούς) ο τακτικός δικαστής δικάζει το νομικό μέρος της κατηγορίας (ας υπενθυμίσουμε εδώ ότι σύμφωνα με τη ρωμαϊκή δωδεκάδελτο εγκλήματα ήταν οι πράξεις που εστρέφοντο κατά του ρωμαϊκού imperium και των ανθρώπων του(αυτοκράτορος κ.λ.π).Αυτό  και μόνο καταδεικνύει το αναντίρρητο γεγονός ότι ο  Ιησούς ήταν παντελώς αθώος αφ΄ής στιγμής δίδασκε πάντα φανερά και ποτέ δεν είχε στραφεί κατά των ρωμαίων ή ποτέ δεν είχε προσβάλει ήθη και έθιμα (στην πανέξυπνη ερώτηση είχε αποκριθεί ότι θα πρέπει να αποδίδουμε τα  του  Καίσαρος τω Καίσαρι και  τα του Θεού τω Θεώ. Ο Ιησούς πέθανε καταδικασμένος χωρίς κατηγορία από τον καθοδηγούμενο άβουλο όχλο προκειμένου κάποιοι να συνεχίσουν να ελέγχουν το λαό του Ισραήλ). Ο τακτικός δικαστής  συγκροτεί δικαστήριο από λαϊκούς ενόρκους (32-75 άτομα) τα οποία και έπειτα από ημερών εξέταση αποφαίνονται για την ενοχή ή όχι του κατηγορουμένου. Βέβαια στα χρόνια του Ιησού είχε εισαχθεί ή λεγομένη έκτακτη διάγνωση, η θανατική ποινή είχε την τιμητική της, είχε χαθεί η διαφορά ανάμεσα στα δημόσια και ιδιωτικά εγκλήματα( τα πολλά προβλήματα της Ρώμης είχαν αφήσει αχαλίνωτα τα ανθρώπινα ένστικτα εκδίκησης και τιμωρίας. Μάλλον οι γραμματείς και οι φαρισαίοι τα εγνώριζαν αυτά πολύ καλά και τα  εκμεταλλεύθηκαν εισάγοντας με τη βοήθεια του αδυνάμου Πιλάτου μια τέτοια έκτακτη και απάνθρωπη διάγνωση. Οδηγώντας πανεύκολα  και σύμφωνα με την εποχή τους τον  Ιησού στη συνήθη σταύρωση).
Χαρακτηριστικό  είναι ότι ο Μελέτιος στην Εκκλησιαστική του Ιστορία αναφέρει ότι όταν ο Τιβέριος έμαθε τα γεγονότα αμέσως εξόρισε τον Πιλάτο( αναφέρονται και άλλες ιστορίες τιμωρίας μη ιστορικά εξακριβωμένες) θεωρώντας ότι ο θάνατος του Ιησού ήταν θάνατος αθώου ανθρώπου. Άρα ο Ιησούς δολοφονήθηκε αθώος ων, χωρίς καμμία κατηγορία.Υπερίσχυσε η βούληση της μάζας, της καθοδηγουμένης εκ των αρχόντων ανθρωπίνης μάζας.Ίσως ο Πιλάτος φοβούμενος τους Ζηλωτές και τη λαϊκή εξέγερση υπέκυψε στις ορέξεις αυτής της μάζας.
Πράγματι κανένα κατηγορητήριο δεν στάθηκε ικανό να στηριχθεί και να αποδοθεί στον Ιησού. Όταν ο Καϊάφας ερώτησε τον Ιησού «συ ει ο Χριστός ο Υιός του Θεού…λέγει αυτώ ο Ιησούς: Σύ είπας...τότε ο Αρχιερεύς διέρρηξε τα ιμάτιά του λέγων ότι εβλασφήμησε.Τι έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων;»(Ματθαίου,ΚΣΤ,63)μόνος του ουσιαστικά κατεσκεύασε την κατηγορία. Διότι ούτε μάρτυρες ρωτήθηκαν, ούτε κάποιος άλλος απεφάνθη, ούτε σώμα δικαστών με λόγο έκρινε τον Ιησού. Η υποκρισία του Καϊάφα και η συναισθηματική κατασκευή της κατηγορίας δεν αποτελεί σοβαρή ποινική διαδικασία. Ούτως ή άλλως σύμφωνα με το Μωσαϊκό νόμο μόνη η ομολογία δεν αποτελεί απόδειξη, ο Ιησούς ήταν μόνος του χωρίς υπεράσπιση, και τα μέλη του Συμβουλίου του Ισραήλ εψήφισαν ταυτόχρονα(σχεδόν διά βοής) χωρίς την ανάστροφη σειρά κατά αρχαιότητα, προκειμένου ο λόγος να χαρακτηρίσει τις αποφάσεις τους. Η πρώτη κατηγορία (Υιός Θεού) μετετράπη σε κατηγορία πολιτικού περιεχομένου (βασιλεύς Ιουδαίων) κάτι που ετιμωρείτο από τη Ρώμη ως προσβολή στο πρόσωπο του αυτοκράτορος και της καθεστηκυίας τάξης(Ματθαίος,ΚΣΤ,67). Η κατηγορία (ουσιαστικά ψευδής αιτίαση) βασιλεύς Ιουδαίων στοιχειοθετούσε εάν απεδεικνύετο εσχάτη προδοσία ενάντια στον αυτοκράτορα Τιβέριο.Οι αρχιερείς όμως δεν την απέδειξαν, άδικα την επέβαλαν.
Προκειμένου να τηρηθούν τα προσχήματα η Δίκη( τώρα όλοι ήταν χαρούμενοι και σίγουροι δεν εφοβούντο περί του αποτελέσματος, τα είχαν όλα κανονίσει μία χαρά) επαναλήφθηκε το επόμενο πρωΐ, στο σωστό σημείο αυτή τη φορά,στο κτίριο του  Μεγάλου Συνεδρίου, στα τείχη της Ιερουσαλήμ, και όλοι κατευθύνθηκαν προς τον μόνο αρμόδιο να επιβάλει την θανατική ποινή, στο Ρωμαίο διοικητή Πόντιο Πιλάτο.
Εδώ είχαμε ακόμη δύο δικονομικές παραβάσεις. Λόγω του Πάσχα και προκειμένου να μην μολυνθούν, οι άρχοντες του Ισραήλ δεν εισήλθαν στο Πραιτώριο, η παρωδία δίκης έγινε στο λιθόστρωτο. Σαν να λέμε σήμερα ότι οι δικαστές δικάζουν στην αυλή των δικαστηρίων επειδή ο κατήγορος έχει λόγους γι αυτό(!).Η δεύτερη ήταν ότι ο Ιησούς οδηγήθηκε (παρά το τεκμήριο αθωότητας) σιδηροδέσμιος μπροστά στον Πιλάτο.Καταλαβαίνουμε για πόσο δικαία δίκη συζητούμε. Ο Καϊάφας όμως ήξερε ότι τη Ρώμη ουδόλως και καθόλου δεν ενδιέφερε  η κατηγορία της θρησκευτικής βλασφημίας έκρυψε αυτό το θέμα από τον Πιλάτο και διετύπωσε μία καινούργια κατηγορία (Λουκάς, ΚΓ,2) «τούτον εύρομεν διαστρέφοντα το έθνος και κωλύοντα Καίσαρι φόρους διδόναι λέγοντα εαυτόν Χριστόν Βασιλέα είναι»(παρέφρασαν βέβαια τη γνωστή ρήση του Ιησού «απόδοτε ούν τα του Καίσαρος Καίσαρι,και τα του Θεού τω Θεώ(Ματθαίος,ΚΒ,21). Όπως ήδη είπαμε με βάση το Ρωμαϊκό δίκαιο έπρεπε να γίνει γραπτή αίτηση εισαγωγής σε δίκη,να καθορισθεί επακριβώς η κατηγορία και η ημερομηνία της δίκης,να καθορισθούν επίσης οι μάρτυρες, τίποτε από όλα αυτά δεν έγινε.Η παρωδία δίκης συνεχίσθηκε κανονικά.
Σε κάθε περίπτωση ο Ιησούς(Λουκάς, ΚΓ,3,Ιωάννης,ΙΗ,35) ξεκαθάρισε στον Πιλάτο ότι η βασιλεία του είναι πνευματική και ανήκει σε άλλο κόσμο ως θείο και εξόχως πνευματικό μέγεθος. Αυτό και μόνο έφθανε ως «απολογία» να αθωώσει τον οποιοδήποτε. Φαντασθείτε να έλεγε κάποιος «ναι, είμαι ο βασιλεύς των ιουδαίων και θέλω να ελευθερώσω τη χώρα  μου από τον Τιβέριο». Ο Ιησούς όμως ήταν πρό δίκης καταδικασμένος. Ο Πιλάτος (Ιωάννης ΙΗ,38) ευθαρσώς ανεφώνησε «εγώ ουδεμίαν αιτίαν ευρίσκω εν αυτώ».
Όσα συμβαίνουν από εδώ και πέρα είναι τραγικά και  γελοία ταυτοχρόνως. Ο Πιλάτος αθωώνει τον Ιησού, υποχωρεί, απελευθερώνει το Βαρραβά,παραδίδει τον Ιησού στους στρατιώτες, ξανααθωώνει τον Ιησού λέγοντας ότι εγώ δεν ευρίσκω κατηγορία, και αντί ως ρωμαίος διοικητής να τον απελευθερώσει,σύμφωνα με το δίκαιο, δίδει εντολή να σταυρωθεί. Ο Πιλάτος παραβίασε την πλέον ισχύουσα αρχή δικαίου ότι δεν δικάζουμε κάποιον δύο φορές, για το ίδιο αδίκημα(non bis in idem).Τουλάχιστον τη δεύτερη φορά αλλάζουμε την ετυμηγορία μας. Σε κάθε περίπτωση καταπατήθηκε και η ιουδαϊκή νομοθεσία που προέβλεπε τέσσαρες ημέρες ανάμεσα στην καταδίκη και στην επιβολή της ποινής(Sanhedrin,IV,I).

Βασίλειος Μακρυπούλιας, δρ.φιλοσοφίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου