H Aριστοτελική ουσία ως προάγγελος της χριστιανικής ουσίας.


Η συζήτηση γύρω από την ουσία όπως εξελίσσεται στα Μετά τα Φυσικά του Αριστοτέλους θέτει έναν πολύ συγκεκριμένο προβληματισμό. Είναι σαφές ότι ο Σταγειρίτης φιλόσοφος προέβη σε μία αποφασιστική και οντολογικά αφαιρετική κίνηση η οποία μάλλον σε πολλά επηρέασε τη χριστιανική διανόηση. Διαχώρισε το πνεύμα από την ύλη, το φαινόμενο από την εσωτερική δύναμη που το φέρνει στην ύπαρξη, το κινεί και το ωθεί προς το σκοπό του. Αναφέρεται στο μνημονευθέν έργο του Σταγειρίτου: «(980a) : Όλοι οι άνθρωποι εκ φύσεως επιθυμούν τη γνώση. Μία ένδειξη αυτού του γεγονότος είναι ο φωτισμός που λαμβάνουμε μέσα από τις αισθήσεις. Αυτές πέρα από τη χρησιμότητά τους αγαπώνται γι αυτό που είναι.Υπεράνω όλων επιθυμούμε την αίσθηση της  έμπνευσης….ο Λόγος είναι ότι αυτή περισσότερο από όλες τις άλλες  αισθήσεις  μας γνωστοποιεί και φέρει στο φώς πολλές διαφορές μεταξύ των πραγμάτων». Σε κάθε περίπτωση ο Σταγειρίτης κινείται  ανάμεσα στα διάφορα στοιχεία που απαρτίζουν την ανθρώπινη προσωπικότητα και στη χρησιμοποίησή τους αλλά και στη χρησιμότητά τους. Κινείται ανάμεσα στο πνεύμα και στην αίσθηση,στο μέσα και στο έξω, στο άπειρο που ποθεί να το καταστήσει κόσμο, κίνηση, εξήγηση και ενδελέχεια του πεπερασμένου. Η γνώση αναπαριστά τη γένεση μέσα μας  όλων  εκείνων των δυνάμεων και ενεργειών οι οποίες και θα μεταλλαχθούν σε ιδέες, αιτίες και παραστάσεις. Οι αισθήσεις δεν θα πρέπει να αφήνονται μόνο σε μία στείρα παρατήρηση αλλά επιτρέπεται τα δεδομένα να αλέθονται στον ανθρώπινο νού προκειμένου  να ερχόμαστε στις ποικίλες διαφορές των πραγμάτων. Άρα όλα είναι δυνάμεις σε καμμία περίπτωση τίποτε γύρω μας δεν είναι ό,τι φαίνεται. Σε κάθε περίπτωση το σωματικό μάτι φέρει στο πνευματικό μάτι το ερώτημα γιατί αυτό και πώς το άλλο; Μέσα από αυτή την ερωτηματοθεσία όχι μόνο ταξιθετούμε τον κόσμο αλλά θέτουμε και μία υπερβατική σειρά. Αυτή η σειρά αρχίζει από εμάς, οι αισθήσεις είναι η τροφή  του πνεύματος, ο κόσμος μπορεί να ηρεμήσει και να ξεφύγει από τον  εναγκαλιασμό του χάους, επίσης μπορούμε σε αυτούς τους διαχωρισμούς (αίσθηση-πνεύμα κ.λ.π) να ανακαλύψουμε και άλλους. Ο Αριστοτέλης με όπλο τη διαίρεση τέμνει το άπειρο σε μικρότερα κομμάτια,του χρειάζεται το κοντινότερο στον κόσμο μας άπειρο, ο κόσμος μας και ο άνθρωπος. Σε αυτή την τριάδα θα προσπαθήσει να δημιουργήσει το κορυφαίο πράγματι σύστημά του.

Ας προσέξουμε το παρακάτω απόσπασμα από τη Δογματική του Χ.Ανδρούτσου (Ανδρούτσος, 1956,σελ.33) «Κατά την πίστιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας ο Θεός είναι ακατάληπτος και τω νώ ημών αχώρητος.Ούτω δε αδύνατον μέν να μορφώσωμεν πλήρη της ουσίας αυτού έννοιαν, αδύνατον δεν να εξευρεθώσι κατηγορούμενα αποδίδοντα το πλήρωμα της θείας ουσίας και ονόματα εκφράζοντα σύνολον το περιεχόμενον του υπερκοσμίου όντος.Η επιστημονική λοιπόν γνώσις του Θεού είναι αδύνατος, οι δε λόγοι προφανείς».Η χριστιανική διανόηση φαίνεται ότι κινείται επάνω στην παραπάνω αναφερθείσα Αριστοτελική τριάδα.Διατηρεί μέρος του ανεξιχνιάστου και χαώδους απείρου προκειμένου να το ονομάσει Θεό. Δημιουργικά θα έλθει προς τον κόσμον,  εκεί  όπου ο Λόγος (ως γνώση και πράξη) θα αποκτήσει σημασία και μέσα από το ενυπόστατο θα αποθεώσει δυνητικά τον άνθρωπο. Ο Αριστοτελικός άνθρωπος μέσα από τις αισθήσεις του, μέσα από τα μηνύματα (ποικίλα, διαφορετικά, πνευματικά και υλικά) που αυτές του μεταφέρουν οδηγείται σε ένα Όν όπως ο  Θεός. Γνωρίζουμε ότι αυτό αποτελεί την κίνηση του χριστιανικού κόσμου, όμως ο Σταγειρίτης ήταν αυτός ο οποίος δικαιολόγησε την κίνηση μέσα από το πρώτο κινούν ακίνητον. Η οξυδέρκεια του Αριστοτέλη-η οποία ουσιαστικά οδηγεί στην έννοια του Θεού και του χριστιανικού Θεού, ως της οντότητας εκείνης η οποία συνδυάζει τη συνέχεια και την ασυνέχεια, θα πρέπει πίσω από όλα να υπάρχει αυτή η οντότητα, προκειμένου να προχωρήσουμε και να αναλύσουμε αυτόν τον κόσμο ως συνέχεια και κίνηση με κέντρο τον άνθρωπο και τις πράξεις του έναντι του τελείου και ασυνεχούς αλλά και συνεχούς Θεού- έχει να κάνει με το ότι στα Φυσικά ο Σταγειρίτης θα δεχθεί ότι είναι αδύνατον να είναι κάτι συνεχές και να απαρτίζεται από πράγματα και μέρη αδιαίρετα. Ουσιαστικά ο Ανδρούτσος μας αναφέρει με ποιόν τρόπο μεταφερθήκαμε προς τη διαλεκτική σύνθεση της συνέχειας και της ασυνέχειας στο πρόσωπο του χριστιανιού Θεού πάντα με Αριστοτελικό τρόπο. Ο Ανδρούτσος μας αναφέρει ότι είναι αδύνατον να γνωσθεί ο Θεός από τις νοητικές δυνάμεις του ανθρώπου. Σαφώς γιατί είναι κάτι το ασυνεχές σύμφωνα με τον Αριστοτέλη διότι δεν παρουσιάζει τα διαιρετά εκείνα μέρη(φύση, ιδιότητες, χαρακτήρα,πράξεις) τα οποία και θα τον καθιστούσαν  συνεχή και γνωστό.Ο Αριστοτέλης λοιπόν όταν λέει ότι το συνεχές είναι αυτό το οποίο έχει διαιρετά μέρη παραδέχεται ότι υπάρχουν ασυνεχείς οντότητες οι οποίες δεν διαθέτουν τέτοια μέρη. Ο χριστιανικός Θεός( αΐδιος, αχώριστος κ.λ.π) χαρακτηρίζεται ως αντικείμενο σεβασμού επειδή ακριβώς δεν γνωρίζει την κίνηση και τη φθορά του συνεχούς. Επίσης στα Μετά τα Φυσικά(1069 a) μας αναφέρει ο Μακεδών φιλόσοφος: «συνεχές είναι αυτό το οποίο περιέεται σε κάτι, λέγω συνεχές αυτό το οποίο υπάρχει και είναι ένα το τέλος του κάθε ενός με το επόμενο με το οποίο εφάπτεται και συμπίπτει, ώστε μέσα από όλα αυτά είναι φανερόν ότι το συνεχές εκ φύσεως πλέον γίγνεται ένα κατά την ένωσιν».Σε αυτή τη φιλοσοφική βάση ο Θεός προκειμένου να αποκτήσει συνέχεια και να φθάσει ως χάρις έως τον Άνθρωπο, αλλά ως κάτι το συνεχές, έπρεπε να αποκτήσει κοινά σημεία επαφής με οντότητες οι οποίες θα  πλησιάζαν τον άνθρωπο ούσες όμως ανώτερες από αυτόν. Η οντότητα του Θεανθρώπου στηρίζεται στη θεωρία περί συνεχείας και αποδεικνύει ότι επειδή ο Θεάνθρωπος ταυτίζεται προς τα επάνω με το Θεό(έχει κοινά σημεία επαφής) και προς τα κάτω  με τον άνθρωπο(έχει και με τον άνθρωπο κοινά σημεία επαφής) αποδίδει ο Ιησούς τη  συνέχεια από το θεό έως τον άνθρωπο. Από τον «αόρατον εν απροσίτω οικούντα φωνή(Θεόν) (Ιωάννη 4,12,1) φθάνουμε λοιπόν στο «ο αχώρητος παντί πώς εχωρήθη εν γαστρί»(κοντάκιον των Χριστουγέννων). Η Αριστοτελική συνέχεια επετεύχθη μέσα από τη σύμφυση των  δύο φύσεων εις τον  Ιησούν, διότι με αυτόν τον τρόπο διαιρετά μέρη  από το θεό διά της φύσεως και του ανθρώπου ολοκλήρωσαν την πορεία από την ιδέα προς το πρόσωπον. Σωστά βέβαια ο Ανδρούτσος μας αναφέρει ότι η επιστημονική  γνώση του θεού είναι αδύνατος, σχετικο χωρίο εμβριθές διαθέτει και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός ο οποίος μας αναφέρει σχετικώς : «άπειρον το θείον και ακατάληπτον,και τούτο μόνον αυτού καταληπτόν η απειρία και η  ακαταληψία»( εκδ,Ορθοδ. Πίστεως, 1,4).
Θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να διακρίνουμε την οντολογική και την «κινητική» απειρία του Θεού.Η οντολογική άραγε στηρίζεται στην κινητική του απειρία; Ο Αριστοτέλης εστήριξε τον παρόντα κόσμο στην κίνηση.Σύμφωνα με το Σταγειρίτη η κίνηση είναι η δημιουργία, η μετάβαση από το χάος στο συγκεκριμένο, από το άπειρο στο πεπερασμένο από το μη-κόσμο στον κόσμο, από τον μη-άνθρωπο στον άνθρωπο. Ο Θεός σε κάθε περίπτωση είναι ο συνεκτικός κρίκος ανάμεσα στο άπειρο και στο πεπερασμένο αλλά ο ίδιος θα πρέπει και να κινήσει και να κινηθεί προκειμένου να παραχθεί εξ αυτού και να ολοκληρωθεί εκ του πνεύματός του ο κόσμος και ο άνθρωπος. Φαίνεται ότι η Αριστοτελική κίνηση αναγκάζει το θεό των χριστιανών να κινηθεί προς τον άνθρωπο. Διότι μόνον μέσα από την κίνηση ο θεός θα αποκτήσει το νόημα του δημιουργού και θα προσδώσει την αντίστοιχη γνωσιολογική και ηθική  δύναμη εξέλιξης και προόδου στον άνθρωπο. Ο Δαμασκηνός επισημαίνει στο παραπάνω χωρίο του την οντολογική ακινησία του Θεού αλλά επισημαίνει μία πρώτη γνωσιολογική  κίνηση του ανθρώπου προς αυτόν. Ο άνθρωπος κατανοεί  την ακατανοησία  του Θεού. Αυτή η κίνηση θα χτίσει τις γέφυρες της προσέγγισης με την όσο το δυνατό πιο προχωρημένη αντιληπτικότητα του θεού( μέσα από την ενσάρκωση  του θεανθρώπου η οποία στηρίζεται στην Αριστοτελική μεταβολή( μεταβάλλεται η θεϊκή φύση σε ανθρώπινη)προκειμένου να επιτευχθεί η  οντολογική συνέχεια και να κτισθούν οι γέφυρες επαφής ανάμεσα στο θεό και στους ανθρώπους.Η οντολογική ακινησία του θεού νοείται ως ή δυναμική μέσα στο όν στάση αυτού. Όμως η ακινησία αυτή μέσα από την Αριστοτελική έννοια της κίνησης και της μεταβολής αυτοαναιρείται και προχωρεί προς την επίτευξη της επαφής με τον άνθρωπο.Η κίνηση επαφής θα μεταφρασθεί σε βίωμα και πίστη, σε ηθική και γνωσιολογική προσέγγιση.
Αναφέρεται: (Αριστοτέλους ,Φυσικά, Ζήτρος, σελ.31) «Στο δεύτερο μισό της πραγματείας (βιβλίο Ε΄-Θ΄) η μεταβολή και η κίνησις διακρίνονται πιά μεταξύ τους,και η τελευταία αποκτά ειδικότερη σημασία ως ένα από τα είδη της μεταβολής.Στα βιβλία αυτά μελετώνται οι διάφορες μορφές της μεταβολής, η κίνησις στην ειδικότερη σημασία της ως ένα συνεχές σε άμεση συνύπαρξη με το χώρο και το χρόνο που είναι επίσης συνεχείς». Η κίνηση εάν είναι απλά μετατόπιση χώρου και χρόνου, οδηγεί στη μεταβολή η οποία δηλώνει ποιοτική και ουσιαστική αλλαγή ενός πράγματος σε ένα άλλο.Ο Αριστοτέλης μεταφέρει με  τη φιλοσοφία του την οντολογική κίνηση μέσα στη διαστασιακή κίνηση της γής, του παρόντος κόσμου μας. Όπως από τον ευρύτερο οντικό κόσμο προκύπτουν οι οντότητες που απαρτίζουν τον κόσμο μας, μέσα από την μεταβολή οι ουσίες εμφανίζουν τα είδη και τις μορφές, τα καθ΄έκαστα και τα συμβεβηκότα, τα πράγματα και τις κοσμικές δημιουργίες. Ο χριστιανισμός συζητεί για τη μεταβολή του οίνου και του άρτου  σε αίμα και σώμα του Ιησού. Σε κάθε περίπτωση αυτό αποτελεί Αριστοτελική επίδραση, μιάς και ο Σταγειρίτης είναι αυτός ο οποίος εισάγει τη φιλοσοφικά και γήϊνα προσαρμοσμένη έννοια της  κίνησης αλλά και πλέον συγκεκριμένα της μεταβολής, δηλαδή της ποιοτικής εξέλιξης της ουσίας σε ό,τι βλέπουμε γύρω μας, σε ό,τι σκεφτόμαστε και πιστεύουμε γύρω μας. Αναφέρεται (Φυσικά,βιβλίο Ε,1) : «Υπάρχει και μία  τρίτη περίπτωση μεταβολής : αυτό το οποίο δεν μεταβάλλεται – κινείται ούτε για το λόγο ότι αποτελεί τυχαίο σύμπτωμα κάποιου άλλου όντος ούτε για το λόγο ότι μεταβάλλεται ένα μέρος του , αλλά επειδή το ίδιο μεταβάλλεται – κινείται πρωταρχικά. Και  τούτο είναι το καθ εαυτό κινητό.». Ο Σταγειρίτης εισάγει την μεταβολή του καθ΄εαυτού πράγματος το οποίο σημαίνει ότι προκαλεί κάθε συζήτηση για τη δημιουργία αυτού του κόσμου και των πραγμάτων του, διότι όλα γύρω μας  προκαλούνται από την κίνηση και την μεταβολή της πρώτης και καθ ΄εαυτής ουσίας. Η μεταβολή του καθ΄εαυτού πράγματος σηματοδοτεί την έναρξη της δημιουργίας του κόσμου μας και των μεταβλητών του, εμψύχων και αψύχων. Ο χριστιανισμός στηριζόμενος σε αυτή τη μεταβολή την προσάρμοσε στην μετουσίωση της ουσίας του Θεού στον κόσμο εις τον οποίο ζούμε, στην μεταβολή των ακτίστων ενεργειών του σε κτιστές, στην μεταβολή της ύλης σε πνεύμα, της αμαρτίας σε χάρη, στην μετατροπή του πεπτωκότος κόσμου σε κόσμο χαράς και πνευματικής ευλογίας. Με ένα λόγο ο Αριστοτέλης κατέδειξε στος χριστιανούς δογματικούς τον τρόπο που η ουσία του Θεού μεταβάλλεται και φανερώνει τον κόσμο , τον άνθρωπο, την οδό προς τη Βασιλεία των Ουρανών μέσα από πράξεις και εκμετάλλευση των τρόπων του Θεού που γίνονται αντιληπτοί από τους ανθρώπους. Μας αναφέρει η χριστιανική δογματική : «(Ανδρούτσος, 1956, σελ.188) Αλλά μην ο Θεός Λόγος δεν ηδύνατο να αμαρτήση, η δε αξίωσις ότι η ανθρώπινη φύση δύναται να αμαρτήση σημαίνει ότι δύναται να αμαρτήση ο Θεός Λόγος υπό την έμπνευσιν του οποίου διατελούσι και αι κινήσεις της ανθρωπίνης θελήσεως.Είνει φανερόν ότι την τελείαν αναμαρτησίαν του Κυρίου απαιτεί η υποστατική του Κυρίου ένωσις».Είναι σαφές  ότι η ενυπόστατη ένωσις εις το πρόσωπον του Θεανθρώπου της θείας και της ανθρώπινης φύσης, η οποία αποτελεί το θείο και παράδοξο στοιχείο της χριστιανικής διανόησης στηρίζεται στην Αριστοτελική θεωρία της κίνησης και της μεταβολής. Αποτελεί εφαρμογή της Αριστοτελικής σχετικής θέσης το χριστολογικό δόγμα. Η Θεία φύση κινήθηκε και μεταβλήθηκε, από θεία έγινε ανθρώπινη, οι ιδιότητες της θείας  φύσης μεταβεβλημένες αλληλοπεριχωρήθηκαν στην ανθρώπινη φύση. Το αποτέλεσμα είναι η εν χάριτι μεταβολή της ανθρώπινης φύσης η οποία με τη σειρά της μπορεί πλέον να αναπτύξει τα θεία γνωρίσματά της, να μεταβληθεί προς μία θεία κατάσταση προσεγγίζοντας το κατ΄εικόνα και το καθ΄ομοίωσιν. Η ανάπτυξις των θείων γνωρισμάτων, γνωσιολογικών και ηθικών εκ μέρους της ανθρωπίνης φύσεως είναι η καλλιτέρα απόδειξη ότι η Αριστοτελική μεταβολή σημαίνει την ανάπτυξη εκ μέρους του ανθρώπου όλων εκείνων των θείων χαρακτηριστικών τα οποία θα τον καταστήσουν μέτοχο της θείας χάριτος.Η μετάνοια, ο χριστιανικός τρόπος ζωής, η σιωπηλή προσευχή, η πίστη, η συμμετοχή στη θεία λατρεία, η δυνητική ένωση με το θείο πρόσωπο του Ιησού, η εσωτερική πορεία προς το θείο, η ηθική τελείωσις του ανθρώπου, αποτελούν μόνον μερικά στάδια τα οποία πιστοποιούν ότι η Αριστοτελική μεταβολή εφαρμόζεται στο ανθρώπινο πρόσωπο και το οδηγεί στην προσωπική άνοδο προς τον κόσμο του θεού και της προσωπικής τελείωσης η οποία ανάγεται στην ανάπτυξη όλων εκείνων των ηθικών  και νοητικών  ιδιοτήτων οι οποίες εσωτερικά συνδέουν τον άνθρωπο με σημαντικές οντολογικές υπάρξεις και ενέργειες.
Αναφέροντας ο Ανδρούτσος το βασικό χριστιανικό δόγμα της χριστολογίας  προσδίδει την πρέπουσα σημασία στο θέμα της ουσίας: (Ανδρούτσος,1956,σελ.173) «Ο περί τούτου εν τη Εφέσω οικουμενική συνόδω καθορισθείς όρος καλεί τον  Ιησούν Χριστόν «Θεόν τέλειον και άνθρωπον τέλειον εκ ψυχής λογικής και σώματος….ομοούσιον τω πατρί τον αυτόν κατά την θεότητα και ομοούσιον ημίν κατά την ανθρωπότητα…».Το απόσπασμα αυτό είναι σαφές  ως προς τις θεματικές του προτάσεις: Ο Ιησούς είναι Θεός και Άνθρωπος τέλειος. Αυτό συμβαίνει διότι κατέχει όμοια με τον Πατέρα Θεό ουσία.Αυτή η ουσία ως αναλλοίωτος βοηθει τον Ιησού ώστε να κατέχει κατά τρόπο τέλειο και την ανθρώπινη φύση. Ως ουσία θα μπορούσαμε να εννοήσουμε την απόλυτη εσωτερικότητα η οποία ως δύναμη και ενέργεια επενεργεί και προσδίδει στο πρόσωπο του Θεανθρώπου συγκεκριμένες ιδιότητες και χαρακτηριστικά. Η  ουσία  του Θεανθρώπου είναι η απόλυτα εσωτερική δύναμη και ενέργεια που τον διακατέχει, αυτή που μεταφέρει ανώτερες οντολογικές ηθικές και γνωσιολογικές δυνάμεις οι οποίες μέσα από τη μορφή του Ιησού χαρακτηριζουν και την απρόσωπη θεία ζωή αλλά και την προσωπική ανθρώπινη ζωή. Η Ουσία του Ιησού είναι ό,τι αποτελεί την εσωτερικότητά του ως δύναμη και ενέργεια ακόμη και τη μορφή που λαμβάνει όταν ως άνθρωπος εξωτερικεύει όλες τις οντολογικές ηθικές και γνωσιολογικές δυνάμεις που κατέχει και ενεργοποιεί.Ο Αριστοτέλης είναι αυτός όμως ο  οποίος άνοιξε τη συζήτηση περί της ουσίας στα Μετά τα Φυσικά έργο του. Εκεί αναφέρει (βιβλίο Ζ,1) «Μπορούμε να δώσουμε  με πολλές έννοιες κάτι το οποίο υπάρχει, όπως προηγουμένως καταδείξαμε στο βιβλίο μας, σύμφωνα με τις ποικίλες έννοιες των λέξεων. Γίνεται γνωστό  αυτό  το οποίο υπάρχει  κατά μία έννοια ως «τι είναι αυτό το πράγμα» ή ως «αυτό το πράγμα», κατά μία άλλη έννοια  δίδεται ως  ποσότητα ή ποιότητα ή ως κάτι άλλο σύμφωνα με τις λοιπές ιδιότητες που αποδίδονται σε αυτό  το  πράγμα που υπάρχει ως τέτοιο. Moλονότι αυτό το οποίο υπάρχει μπορεί να αποδοθεί με τόσες έννοιες, είναι φανερό ότι  πρωταρχική  έννοια αποτελεί  το «τι είναι», η οποία και καταδεικνύει την ουσία  του πράγματος». Μάλλον είναι φανερή  η προσπάθεια του Αριστοτέλη να προκαλέσει ποικιλία κινήσεων, σε κάθε περίπτωση επιθυμεί να κινηθούμε πέρα από την άνεση του βλέπω αυτόν τον κόσμο και τον εαυτό μου και ικανοποιούμαι μόνο με αυτό. Ο Αριστοτέλης προσπαθεί να θέσει σε κίνηση το ανθρώπινο μυαλό σε κίνηση σε σχέση με το πώς το άπειρο περιχωρείται στον πεπερασμένο κόσμο, τι πραγματικά υπάρχει ως ιδέα μέσα στον κόσμο που ζούμε, πώς αυτό –ως ουσία-προκαλεί τη μορφή. Ο άνθρωπος κινείται πνευματικά και ηθικά με αυτό τον τρόπο, τελικά και πραγματικά μέσα από την μετατροπή του τρόπου δομής του κόσμου σε δομή της πόλης και του εαυτού του.Π.χ όταν συνειδητοποιεί ότι το πεπερασμένο κινείται μέσα από τη διαιρετότητα ο άνθρωπος προσπαθεί να διαιρέσει μέσα από τη δημιουργία τη διάσταση που ζεί προκειμένου να υπάρξει κίνηση και ζωή. Διαίρεση αποτελεί η πόλη ανάμεσα στο χάος και στην προσπάθεια δόμησης της ζωής μας. Και μέσα από την πόλη ο άνθρωπος πλάθεται με βάση την κοινωνικότητα.
Ο Σιμπλίκιος μας αναφέρει χαρακτηριστικά: «Πολλές φορές δεν δόθηκε έμφαση στο ότι εάν η κίνηση προχωρεί μέσα από διαιρετά όντα και ο χρόνος εκ διαιρετών μερών  προχωρεί»(10.935,23-31).Σωστά ο Βασίλειος Μπετσάκος (Μπετσάκος, 2016,σελ.344) παρατηρεί : «Όπως φαίνεται από τις αναλύσεις που προηγήθηκαν το συνεχές δεν είναι μία θεμελιώδης δομή της φύσης όπως η κίνηση ο χώρος και ο χρόνος, αλλά ο κοινός παρονομαστής και των τριών προηγουμένων μεγεθών». Εάν συγκεντρώσουμε τα Αριστοτελικά δεδομένα μέχρι αυτό το σημείο θα διαπιστώσουμε τα εξής :
1.Υπάρχει ένα παραμόνιμο –πνευματικό και προϊόν σκέψης κατ΄ανάγκη- χαρακτηριστικό το οποίο ενυπάρχει ως εσωτερική και πρωταρχική δύναμη δημιουργίας και κίνησης στο πράγμα και στον κόσμο και αυτό ονομάζεται σύμφωνα με το Σταγειρίτη ουσία.
2.Η ουσία μέσα από τη διαιρετότητα πραγμάτων και κόσμου προχωρεί προς τη  δημιουργία και την εκ-φανέρωση μορφών.
3.Υπάρχει συνέχεια ανάμεσα σε ουσία και μορφές διότι όλα κινούνται μέσα στον κόσμο της διαίρεσης , της δημιουργίας, του κόσμου του έχοντος αρχή ως αιτία και τέλος ως σκοπό.
Θεωρούμε λοιπόν ότι η χριστιανική διανόηση έντυσε όλα τα παραπάνω με το ένδυμα της τριαδολογίας προκειμένου να τα προσαρμόσει πλήρως στο πρόσωπο σε σχέση με το θεό μέσα από την πλέον συγκεκριμένη θρησκεία που εμφανίσθηκε ποτέ στον κόσμο, η οποία μέσα από το δόγμα της ενσάρκωσης μετέβαλε το θεό σε φίλο. Διαβάζουμε (Ανδρούτσος, 1956, σελ.33) «κατά την πίστιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας ο θεός είναι ακατάληπτος και τω νώ ημών αχώρητος.Ούτω δε αδύνατον μέν να μορφώσωμεν πλήρη της ουσίας αυτού έννοιαν, αδύνατον δε να εξευρεθώσι κατηγορούμενα αποδιδόντα το πλήρωμα  της θείας ουσίας». Παρατηρούμε την ποιοτική μετατόπιση εκ μέρους των  χριστιανών της Αριστοτελικής ανακάλυψης της ουσίας. Σε κάθε περίπτωση όμως όλα γίνονται πιο συγκεκριμένα, πιο προσωπικά, πιο στοχευμένα, σε σχέση με τον τρόπο του Σταγειρίτη. Αυτό σε κάθε περίπτωση είναι φυσιολογικό. Ο Αριστοτέλης ανακάλυψε τη θεωρία της ουσίας, οι χριστιανοί την προσήρμοσαν στο θεό τους, από τη θεωρία περάσαμε στην πράξη. Οι χριστιανοί μετά τη Ρωμαϊκή ενοποίηση του κόσμου και τη γένεση επί της γής ενός αυτοκράτορος (Αύγουστος) ο οποίος για πρώτη φορά αντιπροσώπευε τον καθολικό άνθρωπο που συγκέντρωνε και ουράνιο και γήϊνο imperium, έπρεπε να γίνουν συγκεκριμένοι. Ο Ιησούς μέσα από το ενυπόστατο ένωσε γή και ουρανό άρα άνοιξε ο δρόμος να διακηρυχθεί ότι ο κόσμος μας έχει ως ενυπάρχουσα μία πνευματική δύναμη ύπαρξης και δημιουργίας, ουσίας και υπόστασης, το Θεό. Η Αριστοτελική ουσία αποκτά όνομα και γίνεται Θεός, γίνεται δύναμη που φέρει στο φώς όλα όσα υπάρχουν στον κόσμο και στο άψυχο  και στον έμψυχο. Μέσα από τη διαίρεση του Θεού σε Τριάδα ο κόσμος αποκτά-πάντα σύμφωνα με τον Αριστοτέλη- την ποθητή συνέχεια άρα η ουσία  του Θεού προχωρεί διά του Θεανθρώπου στις ποικίλες υποστασιοποιήσεις εκ των οποίων το ανθρώπινο πρόσωπο είναι η σημαντικότερη.
Βασίλειος Μακρυπούλιας, δρ.φιλοσοφίας.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Aπολλώνειος ο Τυανεύς: ο ξεχασμένος μύστης.

Ισοκράτους,Έλληνες εισίν….

Τα όρια της γνώσης στο Μάρτιν Χάϊντεγγερ.