H φιλοσοφική πορεία του Ερωτικού λόγου από τον Πλατωνικό Φαίδρο έως το «Λόγο περί Ψυχής και Αναστάσεως» του Γρηγορίου Νύσσης.


Η Πίστη αλλά και η Γνώση ότι ένας υπερβατικός –θεϊκός- εάν θέλουμε να ομιλήσουμε περισσότερο θεολογικά, Νούς έχει τη δύναμη και τα μέσα να ενώνει τα διεσπασμένα και διεσπαρμένα κομμάτια του Όλου Είναι διαπερνά το έργο του Πλάτωνος και φθάνει έως τις πίστεις του Γρηγορίου Νύσσης. Στο Φαίδρο ο Πλάτωνας φιλοσοφεί επάνω στον Έρωτα και το Λόγο.Συζητούμε δηλαδή για μία οντολογία του Έρωτα υπό  την έννοια ότι αυτή η οντότητα αποτελεί ένα από τα όπλα του Νοός προκειμένου ο άνθρωπος να μετέχει στη διαδικασία προσέγγισης και επανένωσης με τις αρχέγονες μορφές του Αγαθού  τις οποίες δυστυχώς έχει λησμονήσει.Στην πεζή θεώρηση του έρωτος εκ μέρους του Λυσία ο Πλάτων προτάσσει εκείνη την ανωτέρα μορφή του έρωτος η οποία σε κάθε περίπτωση αποτελεί μανία για το κάλλος-ως  λογική κίνηση της ψυχής- ή μεταφυσική ανάμνηση του Αγαθού-ως συνειδητή κίνηση του νοός. Αυτόματα δηλαδήο Φαίδρος καθιστά τον Έρωτα οντολογικό εργαλείο νοητικό, το οποίο βοηθεί τον άνθρωπο να επανενωθεί με το αρχέγονο κάλλος του Αγαθού.
Ο Γρηγόριος Νύσσης μεταφέρει αυτή τη λογικότητα του Έρωτα όταν διακηρύσσει ότι διά της Αναστάσεως ο άνθρωπος θα επιστρέψει επίσης στην προτέρα αρχέτυπο κατάσταση του αρχεγόνου κάλλους. Ο χριστιανός Πατήρ θεωρεί την διά του Θείου Έρωτος μετάβαση του ανθρώπου στην αρχέγονο τελεία κατάσταση του Αγαθού Θεού ως Ανάσταση, άρα συμπληρώνεται ο Πλατωνικός Έρωτας θεωρούμενος πλέον ως Ανάσταση. Η Χριστιανική Ανάσταση είναι πλέον η ερωτική ενωτική αποκατάσταση της μίας και ενιαίας θεανθρώπινης φύσης. Πράγματι ο Έρωτας του  Θείου ως γνωστικό και αξιολογικό μέγεθος ανιστά τον άνθρωπο, τον ανορθώνει μέσα στην ροή του Είναι και τον οδηγεί στη γνώση του Ωραίου, στη βίωση του Καλού και στη μετοχή της λησμονημένης κατάστασης του κόσμου του Αγαθού όπου όλα Είναι. Ο χριστιανός Πατήρ αναφέρει σχετικά: «Η ζωή εκεί δεν ρυθμίζεται πλέον από τις ιδιότητες της φύσης αλλά έχει εισέλθει σε κάποια πνευματική και απαθή κατάσταση».

Ο Σωκράτης εις το «Φαίδορ» θεωρεί τον Έρωτα ως την τέταρτη μανία μέσα από την οποία ο άνθρωπος προσεγγίζει  το Θείο («το θείο έρχεται μέσα μας» θα μας πεί),καθίσταται εραστής των ανωτέρων όντων στον κόσμο του Αγαθού. Η δικαιολογία της μετάλλαξης του Έρωτος σε νοερό και νοητικό παράγοντα είναι απλή. Η ψυχή έχει ίδει τα ωραία όντα του κόσμου του Αγαθού. Σε κάθε περίπτωση λοιπόν ο Έρωτάς της πρέπει να μην παρασύρεται από τα πρόσκαιρα φαινόμενα και τις δοξασίες των  απλών γηΐνων παραστάσεων αλλά επιβάλλεται να υπερβαίνει το απλό συναισθηματικό στάδιο και κάτω από τις επιταγές του ηνιόχου νοός να συνδέει τον Έρωτα με τη Γνώση και την Ανάμνηση των οντοτήτων του κόσμου του Είναι.
Υπάρχει μία αντιστοιχία και στη μεθοδολογία του Γρηγορίου Νύσσης και του Πλάτωνος, αλλά και στη χρήση των μοτίβων που χρησιμοποιούν στα έργα τους. Το βασικό αφηγηματικό όπλο και των δύο είναι η διαλεκτική. Η απλή και διαστρεπτική άποψη του Λυσία περί έρωτος –ο έρωτας είναι απλά ένα γήϊνο γεγονός που επιφανειακά ενώνει τις ψυχές των ανθρώπων προσφέροντας ηδονή και υλικές χάρες γι αυτό είναι καλό να μην προσεγγίζουμε όσους μας ενδιαφέρουν εάν είμαστε ερωτευμένοι μαζί τους διότι θα πρέπει να υποταχθούμε ψυχικά σε αυτούς χάνοντας το μυαλό μας(ο Έρωτας στον Πλάτωνα είναι βέβαια –όπως και στον Νύσσης –κυρίως νοητική δύναμη που οδηγεί τον άνθρωπο στον κόσμο του Είναι ενώνοντας τα διεστώτα)ανακαλύπτεται και στο έργο του Γρηγορίου «περί ψυχής και αναστάσεως». Αναφέρει ο Ιερός Πατήρ: «εδώ νομίζω ο Απόστολος αποστομώνει αυτούς που δεν γνωρίζουν τα πραγματικά όρια της φύσεώς μας και και ερευνούν τη θεία φύση σύμφωνα με τη δική τους αντίληψη». Πράγματι το άπειρο της δημιουργίας μέσα από τη διαδικασία του Έρωτος συνενώνεται και τίθεται μία σειρά και μία σχεδιασμένη πορεία  ένωσης αυτού του κόσμου της ύλης  με τον κόσμο του Είναι και του πνεύματος. Ο Έρωτας ως συνεκτική αρχή, ο θείος μάλιστα έρωτας δεν σταματά να ερευνά και να ψάχνει τρόπους που θα οδηγήσουν την ανθρώπινη φύση όσο το δυνατόν πλησιέστερα προς τη θεία φύση. Ο Νύσσης κατά κάποιο τρόπο ανταποδίδει την παρομοίωση του νοός με ηνίοχο στον Πλατωνικό Φαίδρο όταν διακηρύσσει  στο έργο του «περί ψυχής» την άπειρη κατευθυντική δύναμη και ικανότητα του θεού να οδηγεί τις δυνάμεις του σύμπαντος στο τελικό σημείο δημιουργίας και εξέλιξης που επιθυμεί. Μας αναφέρει ότι ο Θεός ως Νούς είναι πάνω  και πέρα από όλα.Είναι το υπέρτατο αγαθό, αυτό που κάνει τη διαφορά ανάμεσα στο δίκαιο και ενάρετο βίο. Ο Θεός προσφέρει όλες εκείνες τις σημειακές αναφορές ώστε ο άνθρωπος να κατανοήσει ότι θα  πρέπει να επιλέξει τον ένάρετο βίο παρά το βίο της ακολασίας.Η γνώση του θείου κατευθύνει το θείο  έρωτα  η οποία ως κυρίαρχη και  συνεκτική δύναμη διά του ανθρωπίνου  νοός ελέγχει τις δυνάμεις της ανθρωπίνης ψυχής άρα και τον άνθρωπο και τον ωθεί προς τον ουρανό. Ο Θεός εις τον Νύσσης είναι επίσης ο μεγάλος ηνίοχος. Ο Σωκράτης στο Φαίδρο δικαιολογεί άριστα αυτόν τον επιδιωκόμενο έλεγχο εκ του νοός της ψυχής, νοητικοποιώντας το ανθρώπινο Γίγνεσθαι αλλά και την βουλητική πορεία του Έρωτος(κληρονομώντας αυτή τη νοητικοποίηση του παντός  και στον Νύσσης όπως παραπάνω διαπιστώσαμε).Κάθε ανθρώπινη φύση,  θα μας πεί,  έχει ιδεί και θεαθεί τα όντα. Η λογική μανία του Έρωτος συλλαμβάνει και κατακλύζει κατά έλλογο τρόπο την ψυχή η οποία επιθυμεί της επιστροφής και της μέθεξης του κόσμου και του ωραίου και του καλού. Ο Πλατωνικός συλλογισμός είναι απλός. Όλα ρέπουν προς το Αγαθό άρα και η ανθρώπινη ψυχή προς αυτό τείνει με ηνίοχο τελικά το λογικό Έρωτα.
Αυτή η ίδια «έλλογη  και θεία ερωτική μανία» ανιχνεύεται και στον Νύσσης ο οποίος μας αναφέρει (περί ψυχής….) : «όταν λοιπόν ο Θεός επαναφέρει τη φύση του ανθρώπου στην πρώτη της κατάσταση…  τη συμμετοχή στα αγαθά για τα οποία μας αναφέρει η Αγία Γραφή ότι μήτε οφθαλμός τα είδε μήτε αυτί τα άκουσε μήτε σκέψη τα διανοήθηκε».Η ψυχή ενθυμείται το τέλειο που έχει ουσιαστικά μέσα της και διά της λογικοποίησης του Έρωτος, ο οποίος αποτελεί έλλογη επιθυμία επιστροφής, ωθείται προς τον κόσμο του Είναι, του Αγαθού Όντος.
Ως γνωστό στο Φαίδρο ο Πλάτων χρησιμοποιεί την παρομοίωση του ηνιόχου σύμφωνα με την οποία η ψυχή ομοιάζει με τη σύμφυτη δύναμη ενός ζεύγους φτερωτών ίππων και του ηνιόχου τους(νοός). Όμως ενώ όλοι οι ίπποι και οι ηνίοχοι των θεών είναι αγαθοί και προέρχονται από το Αγαθό των  άλλων όμως είναι μικτής καταγωγής.Καταρχήν ο άρχων ο δικός νούς ηνιοχεί άρμα ζεύγους ίππων εκ των οποίων ο ένας είναι καλός και αγαθός και τέτοιας ράτσας ενώ ο άλλος έχει αντίθετα χαρακτηριστικά και αντίθετη ράτσα από τον καλό. Έτσι εξ ανάγκης είναι δύσκολη η ηνιοχοποίηση σε εμάς».(246 α,6-246b,4).
Ο Νύσσης επίσης δεν παραμένει απαθής στη δυσκολία ηνιοχοποίησης και κατεύθυνσης της ανθρώπινης ψυχής στην διά του Έρωτος πορεία της προς το Αγαθό. Μας αναφέρει σχετικά: «Όταν λοιπόν ο Θεός επαναφέρει τη φύση του ανθρώπου στην πρώτη της κατάσταση θα ήταν άσκοπο να συζητάει κανείς τέτοια και να πιστεύει ότι με αυτές τις αντιρρήσεις θα εμποδίσει τη δύναμη του θεού να φθάσει στο σκοπό της». Ο Θεός ως υπέρτατος Νούς είναι ο ηνίοχος, ο οποίος καθοδηγεί τις ανθρώπινες ψυχές διά του θείου έρωτος προς τον κόσμο του Αγαθού, ο οποίος αναμνησιακά αλλά και βιωματικά ενυπάρχει μέσα σε αυτές. Η πορεία είναι εξόχως λογική, οι ψυχές πρέπει να κατευθυνθούν προς τις πηγές του ωραίου και του καλού όπου ανέκαθεν και αρχετύπως ανήκαν.
Σε κάθε περίπτωση κατανοούμε το αναμφισβήτητο γεγονός ότι η κοινότητα απόψεων του Πλάτωνος και του Νύσσης όσον αφορά τη θεία φύση του Έρωτος προκύπτει μέσα από την διά του Λόγου εκτίμηση ότι η ψυχή είναι αθάνατος, ζωοποιός και ο μεγάλος ενδιάμεσος κρίκος ζωής ανάμεσα στο Ένα,στο Αγαθό, στο Θεό και στους ανθρώπους. Ο Γρηγόριος είναι σαφής : «Πιστεύουμε ότι η ψυχή υπάρχει καθ΄εαυτή με φύση ιδιαίτερη και διαφορετική από την ταχύτητα του σώματος. Διότι όπως αντιλαμβανόμαστε όλον τον κόσμο με τις αισθήσεις με την ίδια την ενέργεια των αισθητηρίων οδηγούμαστε στη γνώση της υπεραισθητής και νοητής πραγματικότητας, τότε γίνεται το μάτι μας ερμηνευτής της παντοδύναμης σοφίας του Θεού». Ο Νούς στο χριστιανό Γρηγόριο συντηρεί τις Πλατωνικές δυνατότητες και καθοδηγεί την ψυχή σαν αυτή να είναι το θείο στοιχείο μέσα στον άνθρωπο, ο συνδετικός κρίκος με το Θεό. Ο Έρωτας λοιπόν είναι καταρχήν έλλογος οντότητα διότι συνδέει κατά τρόπο λογικό και αιτιατό τον άνθρωπο με το Θεό, με την αιωνιότητα αποκαθιστώντας τη θεία ανθρώπινη φύση.
Ο Πλατωνικός Φαίδρος επίσης δεν μας αναφέρει κάτι το διαφορετικό: « Όταν ο ηνίοχος λοιπόν δεί το ερωτικό όραμα προς την αληθινή δόξα και με τις αισθήσεις θερμάνει ολόκληρη την ψυχή του από αυτή τη θέα και βαθμιαία ο  ίδιος γεμίσει από τα προκλητικά γαργαλητά και τα κεντρίσματα του πόθου, το άλογο που είναι υπάκουο στον ηνίοχο συγκρατιέται από τη σεμνότηα και κυριαρχεί στον εαυτό του».Ο Ηνίοχος Νούς καθοδηγεί την ψυχή προς την ερωτική μέθεξη  στον κόσμο του Αγαθού. Είναι ένα ταξίδι το οποίο καταρχήν είναι βαθύτατα εσωτερικό, στηρίζεται στις αναμνησιακές δυνάμεις του Νοός οι οποίες σταδιακά γίνονται γνώσεις. Αυτές οι γνώσεις κυριαρχούν επάνω στο ευγενέστερο αίσθημα στον Έρωτα και δεν αφήνουν αυτή η  αισθητική δύναμη να ξεφύγει προς υλικές  ή πρόσκαιρες απολαύσεις, αλλά ο Έρωτας κατευθύνεται προς τον κόσμο του Αγαθού αποδεικνύοντας πώς μόνο διά του Έρωτα η ψυχή επανέρχεται στον τέλειο κόσμο που ευρισκόταν(αυτή βέβαια την επαναφορά οι χριστιανοί την ονομάζουν Ανάσταση). Καταλήγουμε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι ο πλατωνισμός διά του χριστιανισμού αναδεικνύει το Λόγο σε ρυθμιστή όλων των μεταβλητών που αποτελούν την ανθρώπινη προσωπικότητα(της ψυχής και του έρωτα) δίνοντας χώρο στην ανθρώπινη βούληση απλά ηθικά να πράξει όσα ο κυρίαρχος Λόγος επιτάσσει. Η νοητικοποίηση του παντός ενάντια στην απλή συναισθηματική προσέγγιση του Όλου είναι η αιτία της κίνησης του ανθρώπου προς το Τέλειο, διότι το πρώτο τέκνο της νόησης είναι η ηθική πράξη αυτών που επιτάσσει ο Λόγος να πραχθούν.
Βασίλειος Μακρυπούλιας, δρ.φιλοσοφίας.
Βιβλιογραφία.
1.Πλάτωνος, Φαίδρος, εισ-μτφ-σχόλια: Παναγιώτης Δόικος, εκδόσεις: Ζήτρος.
2.Γρηγορίου Νύσσης, Λόγος περί Ψυχής και Αναστάσεως στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/paterikon/grhgorios_nysshs_ta_makrineia.htm
3.A.Leski,Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας,μτφ: Αγαπητού Τσοπανάκη,εκδ: Αφών Κυριακίδη.

4.Πλάτωνος Φαίδρος, εισαγωγή αρχαίο και νέο κείμενο με σχόλια: Ι.Ν.Θεοδωρακόπουλος,βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2000.

H πρόσφατη ανάρτηση.

Ποιος είναι διαχρονικά ο όφις;

Στο λεξικό ετυμολογίας   του Ευαγγέλου Μαντουλίδη ο όφις ετυμολογείται εκ του ρήματος οράω-ώ, με παλαιά ρίζα οπ ( όπωπα). Τι βλέπει ό...

Δημοφιλείς αναρτήσεις.