Η έννοια του χάους εις τον Αριστοτέλη και η θεωρία της αιωνίου ανακυκλήσεως του Νίτσε.


  
   Εάν ασπασθούμε την πίστη ότι πρώτα υπήρξε το ον και μετά η φιλοσοφία φθάνουμε αβίαστα στο συμπέρασμα ότι όλες οι θεωρείες της φιλοσοφίας οδηγούν στο ον, και βέβαια μεταξύ τους επικοινωνούν πλησιάζοντας όλο και πιο πολύ την οντολογική αλήθεια και πραγματικότητα.Από αυτή την άποψη όλες οι προσωπικές εκτιμήσεις των φιλοσόφων στα συστήματά τους αποτελούν κλίμακες που πορεύονται προς το ον.Όταν λοιπόν ο Αριστοτέλης στο έργο του «Περί ψυχής»μας αναφέρει «ίσως είναι αναγκαίο να διερευνήσωμε πρώτα μέσα σε ποιο από τα γένη βρίσκεται η ψυχή και τι είναι,εννοώ αν είναι ουσιώδης μορφή και ουσία,ή ποιόν ή ποσόν,ή και κάποια άλλη από τις κατηγορίες που ξεχωρίσαμε,και ακόμη αν είναι κάτι από τα πράγματα που βρίσκονται στην κατάσταση του δυνάμει ή μάλλον κάποια ενδελέχεια.»(Αριστοτέλης,Περί ψυχής,εις.μτφ.σχόλια.Β.Τατάκης,Δαίδαλος,εκδ.Ι  .Ζαxαρόπουλος,402b.)θέτει τα θεμέλια μιάς έρευνας γύρω από την οντολογική θεμελίωση των μερών της φιλοσοφίας και του σκοπού αυτών. Σε αυτό λοιπόν το απόσπασμα διακρίνεται η απουσία της άμεσης γνώσης και η προσπάθεια νοητικής θεμελίωσης του οντολογικού ρόλου της ψυχής.Μήπως όμως αυτό σημαίνει ότι ο Αριστοτέλης –και όχι μόνον-κτίζει ένα σύστημα οντολογικά ανύπαρκτο,γνωσιολογικά υπαρκτό,προκειμένου να ωθήσει τους συνανθρώπους του προς την πορεία του όντος(στην οποία πορεία η ψυχή είναι το πρώτο στάδιο);Μήπως δηλαδή ο άνθρωπος στην προσπάθειά του να «ξεγελάσει»το χάος ,το μόνον αληθινά υπάρχον,προσπαθεί να δημιουργεί με τα πνευματικά του εργαλεία πράγματα που ο χρόνος(ο μεγάλος φρουρός του χάους)γρήγορα καταστρέφει;Ο Νίτσε ίσως κάτι τέτοιο υπενόησε όταν έγραψε «Θλίψη είναι η γνώση :όσοι πιότερο γνωρίζουν πιο βαθιά κλαιν για την μοιραία αλήθεια.Το δένδρο της ζωής δεν είναι το δένδρο της γνώσης»(Ντάνιελ Λέβυ,Φρ.Νίτσε,Μτφ:Άρης Δικαίου,εκδ.Λογοτεχνική,σελ.30).
   Αν λοιπόν κατ’ αρχήν συμμαζέψουμε τα παραπάνω δύο αποσπάσματα θα διαπιστώσουμε ότι διαθέτουν ένα κοινό γνωσιολογικό υπόβαθρο:και οι δύο φιλόσοφοι δεν θεωρούν ότι είναι θεωρητικά και πρακτικά κατοχυρωμένη η αρετή της γνώσης.Διαισθάνονται ότι πρέπει να αποδείξουν αυτό που θέλουν,διότι ίσως βρεθούν κάποιοι άνθρωποι οι οποίοι μπορεί να υποστηρίξουν κάτι το αντίθετο.Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο Αριστοτέλης θα μας δώσει επιχειρήματα για το είναι και τον τρόπο της ψυχής,ενώ ο Νίτσε θα ομιλήσει για τα όρια της γνώσεως και της βούλησης του ανθρώπου;Μήπως όμως και οι δύο στηρίζονται σαν και σαν τέλος σε μία κοινή οντολογική κατάσταση πέρα από κάθε νοητική πρόσκαιρη ίσως εφεύρεση;

ΜΙΑ ΓΝΩΜΗ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΕΧΕΣ ΚΑΙ ΑΔΙΑΣΠΑΣΤΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΟΥ ΕΞ΄ΑΥΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ.





‘Όταν συζητούμε  για οποιοδήποτε πολιτισμό ξεχωρίζουμε τα παρακάτω διακριτικά στοιχεία:
    Α)Τις πνευματικές (και όχι μόνο)καταβολές του, τη στιγμή βέβαια κατά την οποία δεχόμασθε ότι στην ιστορία των πολιτισμών αποκλείεται η παρθενογένεση.
    Β)Το βαθμό ανάπτυξης(πνευματικό, πολιτιστικό, ιστορικό κ.λ.π)καθώς και το πόσο αυτός ο βαθμός ανάπτυξης διασφάλισε την ενικότητα του εξεταζομένου πολιτισμού.
    Γ)Τις αναμφισβήτητες κληρονομικές παρακαταθήκες που άφησε στους  «επιγιγνομένους»  ο οποιοσδήποτε πολιτισμός.
   Ας προσπαθήσουμε να εφαρμόσουμε τα παραπάνω κεντρικά σημεία στον περίφημο Αρχαίο Ελληνικό Πολιτισμό. Θα πρέπει αναμφίβολα να δεχθούμε την ύπαρξη σπουδαίων πολιτισμών πριν την ανάπτυξη του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού. Ας ξεκινήσουμε από τον πολιτισμό εκείνο ο οποίος πρώτος αναφέρεται από τον «πατέρα»της ελληνικής ποίησης τον Όμηρο. Αναφερόμασθε βέβαια στον πολιτισμό των Τρώων.
Μας αναφέρει ο Κ.Παπαρηγόπουλος (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,εκδ.
Φάρος,σελ.145) «Οι μεγάλες αυτές μεταβολές στην Άνω Ασία, που έφεραν σε άμεση επαφή τον Ελληνικό κόσμο με την ισχυρή, κάτω από μια παγκόσμια εξουσία συνταγμένη Ασία,ενέπνευσαν, όπως φαίνεται,
Στους Έλληνες την ιδέα της μεγάλης αντίθεσης και σύγκρουσης μεταξύ των δύο κόσμων, στην οποία ιδέα έδωσαν ,θα λέγαμε, αναδρομική ισχύ μετά τους μεγάλους Μηδικούς πολέμους».
    Οι αλλαγές που υπαινίσσεται εδώ ο ιστορικός είναι όσες ακολούθησαν έπειτα από τον Τρωικό Πόλεμο έως τη διαμόρφωση του Λυδικού, Μηδικού, Περσικού κράτους. Είναι βεβαία λοιπόν η συγκρητιστική τάση που κυριάρχησε ανάμεσα στον ανερχόμενο Αρχαίο Ελληνικό Πολιτισμό, και στους Πολιτισμούς της Ανατολής. Αυτή η τάση όμως κυριαρχήθηκε από τους Έλληνες οι οποίοι γρήγορα, διαμορφώνοντας δική τους στάση ζωής, λειτούργησαν κριτικά προς τις επιρροές τους. Οι επιρροές όμως υπήρξαν. Πράγματι αν εξετάσουμε καθαρά κριτικά και αφαιρετικά την πορεία από τον Φυσικό Νόμο των Ανατολιτών, έως τον Ιαχβικό Θεό των Εβραίων έως το Δωδεκάθεο των Ελλήνων, θα διαπιστώσουμε ότι το αέναο πνεύμα(αυτό που τόσο υμνήθηκε από τον Έγελο ο οποίος  κατάφερε και έδειξε όλη τη μεγαλόπρεπη πορεία του μέσα στους αιώνες)κατάφερε και ωλοκλήρωσε μια τελεολογική πορεία ολοκλήρωσης.
    Ο άνθρωπος στα πρώτα βήματά του αναμφίβολα ηρεμεί όταν δέχεται τη συμπαντική σειρά ενός Φυσικού Νόμου(Ανατολική Φιλοσοφία).Ωριμάζει όταν αντιπαραβάλλει στη χαότητα του Σύμπαντος έναν υπερβατικό καθρέπτη του εαυτού του(Εβραϊκός Θεός). Ελλογοποιεί τα πάντα όταν αυτός ο Θεός διά της Φύσεως αναλύεται στις 12 ιδιότητές του, οι οποίες αποκτούν ονόματα(Δίας ,Αθηνά,κ.λ.π).Η Αποκατάσταση έρχεται όταν παράγεται το τέλειο Υποκείμενο (Ιησούς Χριστός),ο οποίος εσωτερικοποιώντας όλα τα παραπάνω προχωρεί στο υπερβατικό βίωμα ολοκλήρωσης του παρόντος όλου χάριν μιας άλλης ανώτερης κατάστασης.

Τα Ομηρικά μεγέθη του χρόνου και του χώρου.


 Μέσα στην ιστορία του ανθρωπίνου πνεύματος και των ερευνητικών αγώνων αυτού η έρευνα των μεγεθών του χώρου και του χρόνου κατέχει σαφώς εξέχουσα θέση.Η εξήγηση αυτού του συμπεράσματος φαίνεται εύλογη και λογική.Εάν σκεφθούμε ότι ζούμε στην διάσταση Αγαθός Θεός –Φύση(κόσμος)-Άνθρωπος(πρόσωπο),στην οποία αυτή διάσταση η Δημιουργική και πρωταρχική ιδέα του Ωραίου και του Καλού μεταβιβάζει τις ενέργειές της στον δυνάμει τέλειο άνθρωπο μέσω της φύσης,η γνώση της κοσμικής φύσης διά των μεγεθών του χώρου και του χρόνου-μέσα στα οποία αυτή εκτείνεται-καθίσταται θεμελιώδης.Βεβαιότατα ο χώρος και ο χρόνος προσδιορίζουν την οντολογική σειρά μεταβολής του πρώτου πνεύματος σε εξωτερική εικόνα συγκεκριμένων παραστάσεων και έπειτα σε εσωτερική γνώση βιωματικής πορείας χάριν των οντολογικών υπερβάσεων.
   Άρα συζητάμε για την τριπλή φύση των μεγεθών του χώρου και του χρόνου.Ο χώρος και ο χρόνος ως μεγέθη έχοντα οντολογική αποστολή είναι το μεγάλο ενδιάμεσο της θεωρητικής καθόδου της Ιδέας και των εκπροσώπων αυτής στον ενυπόστατο άνθρωπο,καθώς και της βιωματικής ανόδου του προσωπικού ανθρώπου προς το Αγαθό προκειμένου η οντολογική πορεία να γνωρίσει την αποκατάστασή της.
   Επίσης ο χώρος και ο χρόνος  είναι η πρώτη ορατή εξωτερίκευση της μυστικής οντολογικής ιδέας σε συγκεκριμένες παραστάσεις οι οποίες όμως καθαρά φαινομενολογικά υπενθυμίζουν στον έλλογο άνθρωπο ότι αποτελούν παραδείγματα επεξήγησης του νοητού κόσμου από όπου και προέρχονται.
   Αναλογικά συζητάμε βέβαια για την εσωτερική φύση του χώρου και του χρόνου ή οποία βιώνεται από τον φωτισμένο νοητικά άνθρωπο ως οδός η οποία διαθέτει τα κατάλληλα σήματα επιστροφής στο Αγαθό.Αυτή ακριβώς η οδός μας υπενθυμίζει ότι το ον μέσα από τις συνεχείς μεταμορφώσεις του χρησιμοποιεί συνεχώς νέα μεγέθη τα οποία προχωρούν προς το τέλος την υπόθεση της οντολογικής αποκατάστασης.Άρα ο χώρος και ο χρόνος είναι ο δρόμος πορείας του όντος και των παραμέτρων αυτού.Ο Γ.Τζαβάρας σε μία καθαρά συγκρητική παρατήρησή του σχετική με το θέμα μας παρατηρεί:(Γ.Τζαβάρα,Ο Καντιανός χρόνος κατά τον Χάιντεγγερ,εκδ.Δωδώνη,σελ18) «Όπως ήδη ο Αριστοτέλης είχε συλλάβει το χρόνο ως φυσικό φαινόμενο,δηλαδή ενταγμένο μέσα στο ευρύ πλαίσιο μιάς κοσμικής και ψυχικής φύσης,έτσι και ο Κάντ εντάσσει το χρόνο σε αυτό το πλαίσιο.Αλλά έτσι τον περιορίζει ευθύς εξ’ αρχής απαράδεκτα κατά τον Χάιντεγγερ και δεν είναι εφεξής δυνατόν να ιδωθούν οι βαθύτερες σχέσεις του προς την ανθρώπινη ύπαρξη.Ήδη από αυτή την κρίση γίνεται σαφής η προσπάθεια του Χάιντεγγερ να υπερασπιστεί την εξαιρετική ευρύτητα και-προσθέτω ερμηνευτικά-οντολογική προτεραιότητα του χρόνου:ο χρόνος δεν πρέπει κατά τον Χάιντεγγερ να ενταχθεί μέσα στο ευρύ πλαίσιο της φύσης γιατί ίσα –ίσα αποτελεί την πρωταρχική συνθήκη για τη δυνατότητά της».

Τίτλος:Η έννοια της υπέρσελήνιας και υποσελήνιας κίνησης στον Αριστοτέλη.





                                                  ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ.

1.Πώς φθάσαμε στην Αριστοτελική κίνηση.Ο κόσμος του Ομήρου και του Ησιόδου,και το πρόβλημα της μεταβολής.

2.Η υπερσελήνια και υποσελήνια περιοχή στη φιλοσοφία του Αριστοτέλη.Η έννοια της κίνησης και η αιτία της σε αυτές τις περιοχές.

3.Αναφορά στους σχολιαστές του Αριστοτέλη σε θέματα κίνησης στην υπερσελήνια και υποσελήνια περιοχή.

4.Συμπεράσματα.
1.Πώς φθάσαμε στην Αριστοτελική κίνηση.Ο κόσμος του Ομήρου και του Ησιόδου,και το πρόβλημα της μεταβολής.

Πίσω από την σύνοψη των θέσεων του Αριστοτέλη σε θέματα κίνησης κρύβεται η  αρχέγονη προσπάθεια του ανθρώπου να ταξινομήσει τα δεδομένα του γύρω του κόσμου προκειμένου να οδηγηθεί στην εξαγωγή νόμων και ασφαλών συμπερασμάτων.Σύμφωνα εξάλλου με τον Bertrand Russell «η επιστήμη είναι ένας προνομιούχος τρόπος γνώσης και θεμελίωσης αυτής της γνώσης».Ειδικά στο θέμα της κίνησης,η επιστήμη όταν ασχολείται με ένα τόσο σοβαρό θέμα αλλά και με ένα τόσο σοβαρό φιλόσοφο-όπως είναι ο Αριστοτέλης-προσπαθεί να είναι κανονιστική και όχι περιγραφική.Επιδιώκει δηλαδή τα συμπεράσματά της να έχουν άμεση εφαρμογή στη ζωή και στον πολιτισμό των ανθρώπων.
Σαφέστατα όταν συζητάμε για κίνηση αναφερόμαστε σε μία ιδιότητα που χαρακτηρίζει όχι μεμονωμένα μεγέθη αλλά την ίδια τη σχέση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον μέσα στο οποίοπ ζει και κινείται.Ο άνθρωπος λειτουργεί και διά της αυτογνωσίας αλλά και διά της γνώσης του φυσικού περιβάλλοντος,βασική ιδιότητα του οποίου είναι η κίνηση.Η κίνηση απασχόλησε τον άνθρωπο διότι έχει άμεση σχέση με την όλη του εξέλιξη και πολιτιστική πρόοδο.
Νωρίς οι άνθρωποι-και πάντα μέσα από τις κοσμογονικές  θεωρίες τους-διατύπωσαν πρώτα δομικές θεωρίες και έπειτα «έδεσαν» τα δομικά μεγέθη με έννοιες όπως η κίνηση.Σε αυτό το πνεύμα το σύμπαν,σύμφωνα πάντα με τις περισσότερες προφορικές παραδόσεις,αποτελείται από τον ουρανό και τη γη.Συχνά υπάρχει επίσης και ο κάτω κόσμος.Καταλαβαίνουμε ότι για ένα φιλόσοφο της ποιότητας του Αριστοτέλη τα ερωτήματα που επιβάλλεται να απαντηθούν είναι τα εξής δύο:1.Με ποιο τρόπο επικοινωνούν όλα αυτά τα δομικά επίπεδα μεταξύ τους;2.Ο άνθρωπος επηρεάζεται από όλη αυτή τη διαδικασία,από αυτόν τον τρόπο;(που βέβαια δεν είναι άλλος από την κίνηση,και για αυτό ακριβώς φθάνουμε να συζητάμε τόσο σοβαρά για ένα μέγεθος όπως είναι η κίνηση).

Η διαστασιακή οντολογία των Τριών Ιεραρχών(απάντηση στο ερώτημα:Γιατί είναι καινοτόμοι και σημαντικοί οι τρείς Ιεράρχες;)


 Θα πρέπει από την αρχή να ξεκαθαρίσουμε ότι η παιδεία στους τρείς Ιεράρχες είναι μέσο για συγκεκριμένο σκοπό.Άρα σε καμμία περίπτωση δεν είναι σημαντικοί για τις απόψεις τους γύρω από την παιδεία.Παρόμοιες εξάλλου απόψεις είχαν συλλήβδην άνθρωποι του αρχαίου κόσμου.Φθάνει να θυμηθούμε τις απόψεις του Σωκράτους για την εκπαιδευτική διαδικασία.Συγκεκριμένα νωρίς ,νωρίτερα πάντως από τους τρείς Ιεράρχες υπεστήριξε ότι «η παιδεία είναι πανηγύρι της ψυχής,γιατί σε αυτή υπάρχουν πολλά θεάματα και ακούσματα της ψυχής…η παιδεία σαν την πλούσια χώρα παράγει όλα τα αγαθά».
Η παιδεία-σύμφωνα κυρίως και με την έννοια και τον τρόπο που αναλύεται στον Πλατωνικό Πρωταγόρα αλλά και στο Θεαίτητο-είναι ο αγωγός διά του οποίου οι ιδέες και οι αξίες διέρχονται ώστε να οικοδομήσουν τη νέα οντική συνέχεια και την οικοδόμηση μιάς νέας κοσμικής σειράς.Αυτό έμεινε αναλλοίωτο από τον αρχαίο κόσμο προς το βυζαντινό κόσμο των τριών Ιεραρχών.Πράγματι ο Μέγας Βασίλειος διακηρύσσει για την παιδεία ότι «είναι βασικό έργο να ακούμε τις θεολογικές φωνές τη στιγμή κατά την οποία ο νούς πρέπει σε κάθε λέξη και συλλαβή να ανιχνεύει το σκοπό της κλήσης μας που είναι η ομοίωσις προς το Θεό».Aπό τον Πλατωνικό Πρωταγόρα έως τους τρείς Ιεράρχες η παιδεία σαφώς και θεωρήθηκε ως το κυριότερο και πιο εύλογο μέσο μεταφοράς των οντολογικών,γνωσιολογικών και αξιολογικών αποκτηθεισών γνώσεων.
Επαναλαμβάνουμε  λοιπόν ότι οι τρείς Ιεράρχες δεν είναι διαχρονικοί και κλασσικοί για την ανάδειξη του μέσου της παιδειας αλλά είναι πάντα επίκαιροι και άξιοι λόγου για το καινόν περιεχόμενον με το οποίο εμπλούτισαν το μέσο και τον αγωγό της παιδείας.
Η δομή του Θεολογικού  Λόγου των Ιεραρχών είναι τριττή αλλά και ποιοτικώς εξελικτική σε σχέση με το Λόγο της εποχής τον οποίο διδάχθηκαν και κληρονόμησαν.Οι τρείς Ιεράρχες οικοδόμησαν οντολογικό λόγο στηριγμένο σε συγκεκριμένη γνωσιολογική προσέγγιση σκέψεων και συλλήψεων ,θεμελιωμένο τελικά σε πολύ συγκεκριμένο παραγωγικό αξιολογικό(ηθικό)λόγο.

Το Ευαγγέλιο του Μάρκου και το γνωστικό του υπόβαθρο.


To  Ευαγγέλιο του Μάρκου κατά την επικρατέστερη άποψη πιθανόν να γράφηκε στη Ρώμη μετά το μαρτύριο των Αποστόλων Παύλου και  Πέτρου μάλλον πρίν το 70 μ.Χ. Σύμφωνα με τους μελετητές είναι το αρχαιότερο από τα τέσσαρα ευαγγέλια. Είναι το ευαγγέλιο εκείνο το οποίο δεν προϋποθέτει αναγνώστες που να είναι εξοικειωμένοι με την παλαιά διαθήκη και κυρίως απευθύνεται σε χριστιανούς που ζούσαν έξω από την Παλαιστίνη και μάλλον ήσαν πρώην εθνικοί. Πράγματι υπάρχουν σημεία στα οποία φαίνεται ότι ο Μάρκος προσπαθεί να προσεγγίσει πρώην εθνικούς οι οποίοι μεταστράφηκαν ή επρόκειτο να μεταστραφούν στο χριστιανισμό. Διαβάζοντας το ευαγγέλιο του Μάρκου συνειδητοποιούμε ότι επειδή ακριβώς απευθύνεται σε ανθρώπους εκτός Παλαιστίνης οι οποίοι γι αυτό ακριβώς το λόγο( στην Παλαιστίνη δίδαξε ο Ιησούς) δεν άκουσαν το λόγο του θεανθρώπου ο ευαγγελιστής δίδει μεγάλη βαρύτητα στην προσωπικότητα του Ιησού και όχι τόσο στη διδασκαλία του. Τα ρωμαϊκά στρατεύματα προκεμένου να μην προκαλούν το ντόπιο ιουδαϊκό στοιχείο έκανε πολύ διακριτική την παρουσία του στην Παλαιστίνη και μάλλον αυτός ήταν ένας από τους λόγους που άνθισε εκεί το μήνυμα του Ιησού.
Εάν σκεφθούμε ότι ο γνωστικισμός ως κίνημα καλύπτει χρονολογικά την ύπαρξη και εθνικών και χριστιανών, τούτ΄έστιν πολλές δοξασίες των γνωστικών είναι προχριστιανικές, άρα είναι φυσικό να επηρέασαν μετά τους εθνικούς και τους χριστιανούς, ο Μάρκος προσπαθεί με το ευαγγέλιό του να συζητήσει κυρίως τη  θαυματουργική εξουσία του Υιού του Θεού, δηλαδή του Μεσσία,ο οποίος διώχνει το σατανά και ελευθερώνει τους ανθρώπους από τη δουλεία τους σε αυτόν. Η νοηματοδότηση της εννοίας «σατανάς» είναι αρκετά συγκεκριμένη στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιον : (Κεφ,1,6-8)«Και ήταν ο Ιωάννης ντυμένος με ρούχο από τρίχες καμήλας και με ζώνη δερμάτινη γύρω από τη μέση του και και έτρωγε ακρίδες και μέλι από αγριομέλισσες/και κήρυττε λέγοντας : έρχεται ο ισχυρότερος από εμένα ύστερα, του οποίου δεν είμαι ικανός να σκύψω και να λύσω το λουρί των υποδημάτων του/εγώ σας βάφτισα σε νερό αυτός όμως θα σας βαφτίσει μέσα σε Πνεύμα Άγιο». Η νοηματοδότηση είναι σαφής, το καλό είναι το πνεύμα, το οποίο οδηγεί σε θεϊκά επίπεδα τον άνθρωπο, σατανάς είναι η εμμένεια στην ύλη, στο Εδώ σε σχέση με το Εκεί. Ούτως ή άλλως στο κεφ.9 η ύλη αποσυμβολοποιείται τελείως ως κάτι το περιττό ή τουλάχιστον κακό ως αντίθετο του πνεύματος που είναι το καλό, ως συνέπεια  αυτού το πνεύμα απόλυτα θεωρείται ως ο τέλειος κόσμος του θεού τον οποίο εννοιακά έχουμε στο νού μας.

H πρόσφατη ανάρτηση.

Ποιος είναι διαχρονικά ο όφις;

Στο λεξικό ετυμολογίας   του Ευαγγέλου Μαντουλίδη ο όφις ετυμολογείται εκ του ρήματος οράω-ώ, με παλαιά ρίζα οπ ( όπωπα). Τι βλέπει ό...

Δημοφιλείς αναρτήσεις.