Τα όρια της γνώσης στο Μάρτιν Χάϊντεγγερ.


Ποιο άραγε είναι το πλέον θεμελιώδες ερώτημα στη φιλοσοφία του στοχαστού του Μέλανος Δρυμού; Η απάντηση είναι απλή διά του στόματος του ιδίου του φιλοσόφου: «Γιατί να είναι (να υπάρχει) το ον και όχι το τίποτα;». Αυτό υπήρξε πάντοτε διά τον Χάϊντεγγερ το θεμελιώδες, το πρωταρχικότερο όλων των ερωτημάτων. Από τα μέρη και μόνο αυτού του ερωτήματος καταλαβαίνουμε το οντολογικό βάθος της Χαϊντεγγεριανής σκέψης. Ο φιλόσοφος δεν ερωτά για τίποτε άλλο παρά για τις δύο πλέον αφαιρετικές μεταβλητές που χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο και τον ευρύτερο κόσμο του, το νού του και τον πιο βαθύ  νοητικό προβληματισμό. Ο φιλόσοφος του Μέλανος  Δρυμού συζητεί για το απόλυτο καθ΄εαυτό πράγμα, για ό,τι υπάρχει πρίν και μετά τον άνθρωπο αλλά και το Θεό. Δηλαδή το Όν. Ομοιάζει σαν να λέει : «υπάρχει το Όν διότι ο άνθρωπος συνεχώς και κατά πλήρως εσωτερικό τρόπο δέχεται όλες εκείνες τις δυνάμεις και τις ενέργειες οι οποίες τον συνδέουν με την ουσία, το Είναι, την αλήθεια, τη γνώση, τη μέριμνα, το όνειρο ενός κόσμου όπου το Είναι και η ανθρώπινη βούληση θα ταυτίζονται». Η ενασχόληση του φιλοσόφου με το Όν καταδεικνύει ότι θέλει να ανακαλύψει το μοναδικό αιώνιο και αναλλοίωτο Είναι αλλά και τον τρόπο της ανθρώπινης πορείας προς αυτό.
Βέβαια σε κάθε περίπτωση ο Χάϊντεγγερ δεν αγνοεί το μεγάλο οντολογικό πρόβλημα των ημερών μας το οποίο ο ίδιος ονομάζει « έκπτωση στα όντα». Αυτό το πρόβλημα αναλύεται ως ακολούθως: Το Είναι είναι η σταθερή παρουσία, το αυθυπόστατο, αυτό που από μόνο του προσφέρεται ως φαίνεσθαι, η δαμάζουσα, απαστράπτουσα, απόλυτα με ειρήνη ή βία πράττουσα δύναμη, η οποία εκφράζει την ισχύ των όντων.  Το είναι λοιπόν των όντων δεν ταυτίζεται με τα όντα, ειδικά όπως αυτά εικονικά και παραστασιακά εμφανίζονται ως φαινόμενα στο ανθρώπινο βασίλειο.Του νοός και των αισθήσεων. Σύμφωνα λοιπόν με το Χάϊντεγγερ υφίσταται η λεγομένη «οντολογική διαφορά»δηλαδή η γνωσιολογική και αξιολογική διαφορά ανάμεσα στα όντα και στο είναι τους.

Εδώ ας οδηγηθούμε στο πρώτο μας συμπέρασμα. Ο Γερμανός φιλόσοφος πιστεύει ότι ο άνθρωπος ως νούς και αισθήσεις μπορεί και συλλαμβάνει τα όντα ως φαινόμενα και δεν μπορεί να μεθέξει του βαθυτέρου Είναι τους; Ο Χάϊντεγγερ  προσεγγίζει μέσα από τη δική του φιλοσοφία της ιστορίας το όλο θέμα:  Θεωρεί ότι ο Ελληνοδυτικός πολιτισμός βυθίζεται όλο και περισσότερο στο φαινόμενο που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «έκπτωση των όντων» , ξεχνώντας με αυτόν τον τρόπο το Είναι τους. (Μάλλον λοιπόν ο Γερμανός φιλόσοφος ως Είναι εννοεί τρία πράγματα : 1.τη σύνδεση των πεπτωκότων όντων με την οντολογική πηγή τους, 2. Τις πραγματικές εσωτερικές δυνάμεις τους, 3.τις μελλοντικές οντολογικές δυνάμεις των όντων οι οποίες εάν ανακαλυφθούν είναι ικανές να οδηγήσουν τον άνθρωπο προς το Είναι. Αυτές οι δυνάμεις χαρακτηρίζονται ως καθαρά πνευματικά υπαρξιακές διότι τελικά ανακαλύπτονται όταν ο άνθρωπος βυθισθεί σε αυτές, ξεφύγει από τη φυσιολογικότητα του λόγου  και διά του θανάτου απελευθερωθεί προς το Είναι και το βασίλειό του. Το Είναι είναι οι πραγματικές δυνάμεις που αναιρούν την ύλη, την πνευματικοποιούν και αποκαθιστούν την οντολογική διαδοχή των δυνάμεων του Είναι.Το Είναι είναι οι δυνάμεις πρίν από το θεό, τη φύση και τον άνθρωπο(κρύβονται μέσα τους) και μετά από αυτούς(συλλαμβάνονται μόνο εν στιγμή εάν ο άνθρωπος χάσει τη λογικότητα της γής και ως ύπαρξη βυθισθεί στο χάος και στην απόλυτη απουσία του πλέον παρόντος οντολογικού λόγου).
Ο Γερμανός φιλόσοφος διεκήρυξε τη «λήθη του είναι»  και τη μετατροπή  του λόγου σε λογική και όργανον. Σημαντική είναι η σημείωση του φιλοσόφου ότι εν αρχή ο λόγος ταυτιζόταν με τη φύση(κάτι που συνέβαινε με τους προσωκρατικούς όταν ταύτιζαν το λόγο με το άπειρο και τον αέρα, το πύρ και το ύδωρ). Η σημαντικότητα των Χαϊντεγγεριανών λόγων οντολογικώς είναι απόλυτος. Ο Γερμανός φιλόσοφος διακηρύσσει  ότι το Είναι έχει ουσιαστικά δύο κατηγορήματα. Τη φύση και τον άνθρωπο. Η φύση νοείται ως σύνολο δυνάμεων οι οποίες ως ελεύθερες και απόλυτες, ως βίαιες και δαμάζουσες, προωθούν τον τρόπο του όντος. Ο άνθρωπος επιβάλλεται οντολογικά αλλά και υπαρξιακά να ζεί νοητικά αλλά και βιωματικά μέσα απόλυτα σε αυτές τις δυνάμεις με όλο το είναι, ψυχικά και σωματικά αλλά και πνευματικά. Με αυτόν τον τρόπο Είναι συνεχώς. Άρα ενθυμείται, γνωρίζει, και βιώνει τις δυνάμεις που διά της φύσης διασπείρονται στην ανθρώπινη ύπαρξη, η οποία με τη μέριμνα στον κόσμο του Ώδε Είναι τις μεταφέρει στους ανθρώπους μέχρι τη στιγμή της εξ-όντωσης και της επαναφοράς στο όντως Είναι.Άρα σύμφωνα με το Χάϊντεγγερ ο λόγος όπως σήμερα τον γνωρίζουν οι άνθρωποι, ο μεταπλατωνικός κατηγοριακός και δήθεν εμπειρικά αποδεδειγμένος λόγος, ο λόγος του Καρτεσίου και του διαφωτισμού, είναι ουσιαστικά λήθη του όντος, υπό την έννοια ότι εξόρισε το ανθρώπινο υποκείμενο από την αγαστή και αλληλοπεριχωρούσα σχέση με την οντολογική φύση. Ο άνθρωπος κατέστη ένα εξωτερικό άτομο, όπως στην τραγωδία, ένας υποκριτής που ως εξωτερικό εγώ παρατηρεί τον εξωτερικό χορό των φαινομένων, και τα προσπελαύνει μόνο παραστασιακά και ηθικώς βιωματικά. Αυτή η οντολογική όμως κίνηση διέλυσε την οντολογική σχέση της ύπαρξης με το Είναι. Ο άνθρωπος πλέον ως εξωτερικότητα γνωρίζει μέσα από παρατηρησιακές προτάσεις τη γή την οποία επιβουλεύεται επιστημονικώς και τεχνολογικώς. Εάν ο άνθρωπος γνωρίζει τη γή σύμφωνα με την παρατήρηση και  την εμπειρία, θα μπορούσε-σύμφωνα με το Χάϊντεγγερ- να γνωρίσει το Είναι ως οντολογική αυτοαπελευθερωμένη ύπαρξη που θα ξαναβυθιζόταν στη φύση του όντος και θα απελευθέρωνε όλες τις δυνάμεις (συνειδητές και ασυνείδητες) ώστε μη γνωρίζοντας εάν ζή ή πεθαίνη να δοθεί στο Είναι  το οποίο θα τον επανέφερε στην πορεία του Όντος η οποία είναι  πέρα από κάθε δυαλισμό.
Στην «εισαγωγή της Μεταφυσικής» ο Χάϊντεγγερ θέτει το θεμελιώδες ερώτημα για το είναι των όντων,και επίσης διερευνά το «τι εστί το είναι». Θεωρούμε με απόλυτο σεβασμό στον μεγάλο Γερμανό διανοητή, ότι ο Χάϊντεγγερ ερευνά την  ανθρώπινη οντολογική φύση, την προαιώνια και  αρχέτυπη. Στο υποκεφάλαιο μάλιστα «Είναι και σκέπτεσθαι» τίθεται το ερώτημα σχετικά με την ουσία του είναι του ανθρώπου εφόσον κάθε ερώτημα περί του είναι συνδέεται με το ερώτημα περί του ανθρωπίνου είναι(αυτό και μόνο φανερώνει ότι η ύπαρξη, η ανθρώπινη   ύπαρξη, είναι αδιαμφισβήτητη μεταβλητή του οντολογικού Είναι, αποκτά μάλιστα τη μεγίστη αξία μόνον εάν με τις βαθύτερες υπαρξιακές δυνάμεις(ενόρασης, αφαίρεσης, παραίτησης, άφεσης και υπέρλογης αλλά και παράλογης εξ-όντωσης) δοθεί και πάλι στη ροή του αρχεγόνου Είναι.  Στην προσπάθεια του ο  φιλόσοφος του Μέλανος Δρυμού να απαντήσει ή τουλάχιστον να προσεγγίσει το ανθρώπινο Είναι προσεγγίζει το φορέα των ανωτέρων οντολογικών μηνυμάτων που είναι η ποίηση. Συγκεκριμένα  μελετά τη Σοφόκλειο ποίηση, την Αντιγόνη, το ανθρώπινο αυτό ποιητικό μνημείο όπου διερευνάται η ηθική ανθρώπινη δύναμη ως εφαλτήριο υπέρβασης της εξωτερικής έλλογης ανθρώπινης φύσης και επιστροφής στη μυστική εσωτερική και οντολογική ανθρώπινη υπαρξιακή και οντολογική φύση. Ο Γερμανός φιλόσοφος μεταφράζει το πρώτο στάσιμο του Ποιητή εκεί όπου μας δίδει μία άλλη έμνευση για το ανθρώπινο υποκείμενο (πολλά τα δεινά κουδέν δεινότερον ανθρώπου πέλει). Συγκεκριμένα μεταφράζει ως εξής(δίδοντας συγχρόνως και την άποψή του και τη φιλοσοφική του θέση για το ανθρώπινο Είναι) : «Πολλαπλό το ανοίκειο τίποτε όμως/δεν κινείται ανοικειότερο ξεπερνώντας τον άνθρωπο/αυτός οδεύει πέρα στην αφρισμένη  φουσκοθαλασσιά/με του νοτιά τη χειμωνιάτικη  θύελλα/ και διασχίζει τα βουνά και τ΄άγρια φαράγγια των κυμάτων».Ο φιλόσοφος φεύγει από τη λέξη «δεινός» και εμπιστεύεται τη λέξη «ανοίκειος» η οποία σε κάθε περίπτωση εμπεριέχει τη λέξη «οίκος» μάλιστα με το στερητικό  -α- φθάνει να σημαίνει τον άνθρωπο που απαρνείται και εγκαταλείπει την πόλη, τον μεγάλο οίκο εκεί όπου οι άνθρωποι συγκεντρώνονται με σκοπό την αυτάρκεια και την ευδαιμονία, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη. Στον οίκο όμως της πόλης οι άνθρωποι περιορίζονται και μέσα στην πεπερασμένη πλέον φύση τους υπακούουν σε νόμους ο οποίος νόμος είναι μέγεθος αντιοντολογικό μιάς και εξωτερικοποιεί τον άνθρωπο ως συμπεριφορά και τον καθιστά εξωτερικότητα μακριά από την οντολογική εσωτερικότητα.
Άρα σύμφωνα με το Χάϊντεγγερ το ανθρώπινο Είναι είναι ανοίκειο. Είναι καταδαμάζον και βιαιοπραγούν, πέρα από  τις συμβατικότητες της ανθρώπινης ηθικής, ο ανοίκειος άνθρωπος προσπαθεί να απελευθερωθεί στο άπειρο Όν και να εσωτερικοποιήσει όλα τα μηνύματα της πιο υψηλής ενόρασης. Εάν δούμε καθαρά συμβολικά τη μετάφραση του Σοφοκλείου στασίμου θα διαβάσουμε ότι ο άνθρωπος κινείται πέρα από τη θάλασσα αυτής της διάστασης προς τον ωκεανό του όντος. Η θύελλα είναι το κάλεσμα της εσωτερικότητας που σπάει την ασφάλεια της πεπερασμένης και εμμενούς εξωτερικότητας και βυθίζει τον άνθρωπο μέσα στα κύματα που είναι οδοδείκτες προς το Είναι του όντος. Σε κάθε περίπτωση το Είναι του ανθρώπου είναι πέρα από την οργάνωση της γής, ο άνθρωπος ως σύνολο δυνάμεων, ως αυτονοητική υπέρβαση και ως σύνολο όλων των αυτοδυνάμεών του(συνειδητών και ασυνειδήτων) καλείται να βυθισθεί στη θάλασσα του Όντος που απλώνεται πάντα γύρω του και να οδηγηθεί στην αγκαλιά του Είναι. Άρα η γνώση για τον Χάϊντεγγερ είναι κάτι καθαρά το βιωματικό, είναι οδός προς το Είναι, και δεν επιτυγχάνεται με το τάδε ή δείνα όπλο, αλλά η ύπαρξη ως τέτοια, ως σύνολο δυνάμεων, γνωστών και αγνώστων, καλείται να ίδει την οδό προς το Είναι, και ως σύνολο όλων των υπαρξιακών δυνάμεων(φαντασιακών, λογικών, εμπειρικών) εκμεταλλευομένη κάθε μήνυμα της εμπειρίας, της σκέψης, της ενόρασης , της ποίησης , να οδεύσει προς το παραμόνιμο και αιώνιο Είναι. Ο νούς είναι υποσύνολο όλων αυτών των ανθρώπινων δυνάμεων και είναι ικανός να μας πεί το τι, το πώς. Η βιωματική λύση της ύπαρξης μέσα από ένα συνδυασμό της οδού υπέρ τη ζωή και υπέρ το θάνατο, απαιτεί το σύνολο των υπαρξιακών φανερών και αφανών δυνάμεων. Γι αυτό και ο ανοίκειος άνθρωπος, εκφράζοντας την αδυσώπητη οντολογική μη ηθική( το Είναι και το Όν ως Είναι δεν έχουν καμμία ηθική διότι η νόηση του Είναι του Είναι είναι κάτι καθ εαυτό και δεν είναι σε σχέση με τίποτε(παρόμοια ο θεός δεν υπακούει σε ηθική διότι είναι μόνος του , η ηθική υπάρχει στον άνθρωπο ο οποίος ζεί σε σχέση με τους άλλους , τη φύση και το θεό) τελικά δεν υπακούει σε καμμία δύναμη και μέσα σε μία ανοίκεια ηθική ανηθικότητα εκφράζει με όπλο το σύνολο των υπαρξιακών του δυνάμεων ως ύπαρξη, την απόλυτη υπαρξιακή διάθεσή του και πράξη να απορροφηθεί από το Είναι διά της υπαρξιακής οδού προς το Οντικό Είναι. Θα λέγαμε ότι ο άνθρωπος εν στιγμή Είναι αρκεί να κατανοήσει την απόλυτη οντολογική εσωτερική θέση του. Ο Χαϊντεγγεριανός λόγος δεν ταυτίζεται με το νού, δεν επαρκεί ο λόγος όπως τον γνωρίζουμε για την ανοίκεια υπαρξιακή λυτρωτική οντολογικά πορεία, λόγος σύμφωνα με τον φιλόσοφο του Μέλανος Δρυμού είναι το σύνολο των δυνάμεων του Είναι όπως διά της οντολογικής φύσης αλληλοπεριχωρούνται στον άνθρωπο με σκοπό να τον οδηγήσουν προς το Είναι, πέρα από την παραστασιακότητα και προσκαιρότητα του Ώδε Είναι.
Η κατάσταση «ξεμπλέκεται» αρκετά όταν διαβάσουμε τους παρακάτω στίχους της Σοφόκλειας Αντιγόνης μέσα από τη μετάφραση του μεγάλου Γερμανού φιλοσόφου: «Καθ΄οδόν ταξιδεύοντας παντού/χωρίς πείρα και διέξοδο/φθάνει στο τίποτε». Σε συνέχεια της μετάφρασης του Χέλντερλιν: Έμπειρος σε όλα/άπειρος. Σε τίποτα δεν έρχεται/Μόνον από τον μέλλοντα τόπο των  νεκρών/δεν ξέρει πώς να ξεφύγει. Ο άνθρωπος λοιπόν βρίσκεται συνέχεια εκτεθειμένος μέσα στην βιαία και αδυσώπητη πορεία του προς το Είναι διά του Εδώ Είναι, με όλα τα όπλα, ειρήνη και βία, προσπαθεί να διανοίξει όλους τους δρόμους. Είναι την ίδια στιγμή έμπειρος –ο Χάϊντεγγερ μάλλον εννοεί την πείρα ως συνέπεια της οδού, της διεξόδου που οδηγεί στην αποκτηθείσα γνώση-αλλά και άπειρος διότι όλα είναι όλα και είναι αδύνατον ο άνθρωπος να βαδίσει παντού. Συχνά αυτή η υπαρξιακή ανάμεσα στη διέξοδο του εμπείρου και στα αδιέξοδα του απείρου μπερδεύει τον άνθρωπο, τον αναγκάζει να πέσει θύμα της βιαιότητάς του, είναι ένα ακόμη δείγμα της ανοικειότητας. Ο θάνατος είναι το τελικό στάδιο, το τελευταίο μέρος της εμπειρίας-διεξόδου εκεί όπου η αγνή υπαρξιακή δύναμη, αυτή που  συνδέει τον άνθρωπο με το ον,απελευθερώνεται πλήρως οδηγούσα την  ύπαρξη στο Οντολογικό Είναι.Στο τελευταίο ανοίκειο στάδιο της πλέον ανοίκειας γνώσης.Στο Είναι το οποίο ίσως ταυτίζεται με το απόλυτο Τίποτα(το τίποτα νοείται θετικά ως το σύνολο όλων των δυνάμεων που επιφέρουν την οντολογική αρμονία και μηδενική συμμετρική τελειότητα μέσα στους κόλπους του Όντος).
Ο Χάϊντεγγερ πολλά οφείλει λοιπόν σε όλα αυτά στον Χέλντερλιν, για τον οποίο έχει δηλώσει  ότι «ο Χέλντερλιν κάνει ποίηση την ουσία της ποίησης». Ο Χέλντερλιν μάλλον επηρέασε αποφασιστικά το Χάϊντεγγερ και μέσα από το ποίημά του «υστερία». Συγκεκριμένα σε αυτό το  ποίημα ( ας σημειώσουμε εδώ ότι η ποίηση είναι το τελικό στάδιο ελευθέρας καθόδου όλων των οντολογικών αληθειών χωρίς τους περιορισμούς του νοός και της πεζότητος του λόγου)ο μεγάλος Γερμανός ποιητής καταδεικνύει ότι φανερά ή λαθραία ο άνθρωπος μπορεί να προσεγγίσει το Είναι μέσα κυρίως από το άνοιγμα διεξόδων, αδιεξόδων,οδών  που απελευθερώνουν την ύπαρξη από κάθε βάρος συμβατικής λογικής, ενεργοποιώντας όσες περισσότερες υπαρξιακές δυνάμεις είναι δυνατόν, προκειμένου ο άνθρωπος να ενεργοποιηθεί και να υπάρξει σε σχέση με την οντολογική φύση η οποία υπάρχει πέρα από τον ανθρώπινο εμπειρικό μικρόκοσμο. «Τώρα έρχονται, φωτιά». Το φώς αποτελεί σκοπό για την ύπαρξη, είναι η στιγμή όπου η ανθρώπινη ύπαρξη που είναι φτιαγμένη από ήλιο και φώς συνειδητοποιεί ότι μπορεί να προσεγγίσει μηνύματα ενός Είναι ανωτέρου αυτού που πιστεύουμε ότι καλύπτει την επίγειο ζωή μας.Η οδός προς το Είναι χρειάζεται το φώς που θα φωτίσει την πορεία. Το φώς μπορεί να προέρχεται από την αγωνία, τη θλίψη, την απελπισία που νοιώθει η ύπαρξη εγκλωβισμένη σε ένα κόσμο πεπερασμένο και να είναι οι οντολογικές δυνάμεις και ενέργειες που επιδρούν στις ανθρώπινες πνευματικές και ψυχικές δομές, προκαλώντας αφύπνιση, ανάμνηση, ελπίδα και βούληση οντολογικής προόδου. Ο υπαρκτικός φωτισμός προκαλεί την αποαντικειμενικοποίηση της ύπαρξης η οποία φεύγει από την διαστασιακή λογική του Εγώ και Αυτό αλλά πέρα από κάθε λογική υποκειμένου ή αντικειμένου ενώνεται  και πάλι ως συνειδυία με τη φύση του Είναι μέσα στην οποία εξάλλου ανήκει. Για τον Χάϊντεγγερ η ύπαρξη ενεργοποιείται ως πνεύμα και δράση, όλες οι δυνάμεις αφυπνίζονται και το υπάρχειν ταυτίζεται με τη νόηση που ταυτίζεται με το δράν. Σε μία ιδεώδη ταυτοποίηση όλων των υπαρξιακών δυνάμεων. « Σε ένα δάσος αισθάνονται τις κραυγές». Το δάσος δηλώνει την αδυσώπητη πορεία του καταδαμάζοντος και βιαιοπραγούντος υπαρξιακού υποκειμένου το οποίο προσπαθεί να ξεφύγει από όλες τις διαστασιακά δασώσεις καταστάσεις και να καταφθάσει στο μεγάλο ξέφωτο, στο Είναι. Το Υποκείμενο μεταφέρει βαθέως και εσωτερικά την αδυσώπητη υπεραγαπητική οντολογική ηθική η οποία είναι α-συν-αισθηματική και έλλογη  κατά τον τρόπο του Είναι. Όταν η ύπαρξη συνειδητοποιήσει ότι επιβάλλεται να ξεφύγει από την λήθη και την κατωτέρα διάσταση στην οποία είναι εγκλωβισμένη ενεργοποιείται  το οντολογικό λογιστικό που υπάρχει ασυνείδητα μέσα μας και διά της συνειδητοποιήσεως αυτού του παράγοντος η ύπαρξη προσεγγίζει το Είναι ως ενόραση ως διάθεση και μετά το θάνατο ως αέναη ένωση. Οι οριακές καταστάσεις είναι τό τέλος  της υπαρκτικής δράσης υπό την έννοια ότι η ύπαρξη μέσα από τον πόνο, τον αγώνα και την ενοχή αλλά και το θάνατο καταλύουν κάθε αυτονόητη και ενδοκόσμια άποψη περί της μικρής και αντιοντολογικής ζωής, η οποία ανάγεται απλά σε μία ενδοκοσμική σωματική επαναληπτική καθημερινή δήθεν ζωή. Η ύπαρξη βιώνει ως έξοδο από αυτό το δάσος της καθημερινότητας την πρώτη βαθμίδα της γνώσης. Πώς θα υπάγω στο Είναι που ανοίγεται πέρα από τη ζωή και διά του θανάτου; Η υπαρκτική δράση ακόμη και η μέριμνα αυτουπερβαίνονται μέσα από τις οριακές καταστάσεις του δάσους και του πολυπλόκου αυτής της ζωής. Το δεύτερο στάδιο της γνώσης είναι υπαρξιακά εντυπωσιακό. Η ύπαρξη αφήνεται σε όλες τις δυνάμεις που την έφεραν εδώ και θα την μεταφέρουν εκεί. Αυτή η άλλη γνώση δεν στηρίζεται στο νού αλλά στην εν στιγμή ελευθεριακή συνειδητότητα όλων των δυνάμεων που κρύβονται ή υφέρπουν μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη και χαρακτηρίζουν τον πρίν και κατά και μετά τη ζωή άνθρωπο  και ύπαρξη. Η αναφορά της υπάρξεως προς το επέκεινα και το Απόλυτον, είναι τρόπος γνώσεως και βιώσεως του Απολύτου. Όταν συζητούμε για βίωση εννοούμε ένα βαθύτατο συμβολικό και φαντασιακό αλλά και συνειδητά μη πραγματικό μέσα στην πραγματικότητά του γεγονός, ο άνθρωπος ανοίγεται στο ξέφωτο του Είναι νοιώθοντας ότι πέρα από το Εδώ υπάρχει το μητρικό και διηνεκές Εκεί.
Σε κάθε περίπτωση στον Χάϊντεγγερ η πίστη και η γνώση, το καλό και το κακό, η ζωή και ο θάνατος, χάνουν το σύνηθες νόημά των, ενώνονται διαλεκτικά κατά αρνητικό τρόπο και ωθούν τον άνθρωπο διά της μέσης σύνθεσης προς το  Είναι του Όντος. Η ύπαρξη βιώνει ότι σταματά να πράττει τα εδώ και αφήνεται στο μυστήριο του  Εκεί. Πιστεύει όταν σταματά να πιστεύει ό,τι την ηρεμεί και αφήνεται στο άπειρο που  τόσο προσεκτικά και θερμά κρύβει μέσα της. Το καλό λησμονείται διότι πρέπει να αφεθεί η ύπαρξη στο μεγάλο κακό που είναι το χάος, το άπειρο, το Χαϊντεγγεριανό ναυάγιο ηρεμεί τον άνθρωπο. Διότι τον μεταφέρει από την ψευδώς ήρεμη θάλασσα αυτού του κόσμου στον ταραγμένο ωκεανό του Είναι, ο οποίσο ηρεμεί μόνον όταν ο άνθρωπος αφεθεί στο σύνολο των υπαρξιακών δυνάμεων οι οποίες μάταια έγινε προσπάθεια να ανακαλυφθούν φιλοσοφικά και να κατανεμηθούν κατηγοριακά.
Συνεχίζει ο Χέλντερλιν : «τα ζώα οδεύουν προς το νερό/στις όχθες της άνοιξης/εδώ προσέρχονται επίσης οι άνθρωποι». Το ύδωρ ως δύναμη ζωής, δημιουργίας και γνώσης μας οδηγεί στο Θαλή. Η δημιουργικότητα του ύδατος( από αυτή τη λέξη σύμφωνα με τον Πλατωνικό Κρατύλο γενήθηκε η λέξη δράση, η κίνηση όλων των επιπέδων προς το Είναι) μας οδηγεί στις πύλες αυτού του κόσμου προς το Είναι. Όπως το ύδωρ έρχεται από κάπου και οδηγεί κάπου  η ύπαρξη ρέει προς το Είναι διά της δημιουργικής κίνησης όλων των δυνάμεων που την συναποτελούν. Η άνοιξη είναι η  στιγμή που γεννάται η ύπαρξη στον κόσμο της μεταφυσικής του Είναι, είναι η στιγμή που λάμπει το φώς της μέθεξης του Είναι. Είναι γνωστή η πίστη εξάλλου του Χάίντεγγερ ότι θα πρέπει να επιστρέψουμε στους προσωκρατικούς φιλοσόφους και στις εννοιολογήσεις τους και στις φυσικές θεωρήσεις τους οι οποίες έχουν οντολογικά υπερόρια. Μέσα από το ύδωρ η ύπαρξη μεταφέρεται διά της ροής των δυνάμεων του Είναι προς το παντελές Είναι το οποίο νοείται ως το γενικώτατον, ύψιστον, πέρα από σχέσεις causa sui.
Εν κατακλείδι το έργο της Χαϊντεγγεριανής Μεταφυσικής είναι η αποδίωξις της λήθης και η υπαρξιακή φώτιση της οδού προς το Είναι. Οι Χαϊντεγγεριανοί  όροι επειδή ακριβώς αντιστρέφουν την οντολογική πεπτωκυία φύση των γηΐνων πραγμάτων και αποκαθιστούν την ουράνια σειρά αυτών νοούνται και αντιστρόφως. Υπαρξιακό βίωμα είναι η παραίτηση από το Εδώ και η πρακτικά ενεργός υπαρξιακή σκέψη που εσωτερικά οδηγεί την   ύπαρξη προς το Εκεί Είναι. Γνώση είναι η εν-συν-αίσθηση όλων εκείνων των πραγμάτων που δεν μπορούν να ειπωθούν αλλά φωτίζουν εσωτερικά τον άνθρωπο και ενορατικά προωθούν τα νοερά στοιχεία του διά του θανάτου προς τη χώρα του Είναι. Η μεγάλη προσφορά του Γερμανού φιλοσόφου είναι ότι μετά τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη  ένωσε και πάλι επάνω στην μνήμη των προσωκρατικών το Είναι με το  Όν. Αυτό μόνο μία συνέπεια μπορεί να έχει διά την ανθρώπινη ύπαρξη. Όποιος εσωτερικά δι-αισθανθεί τις πραγματικές οντολογικές δυνάμεις του εν στιγμή Είναι. Εν στιγμή μεταφέρεται στους χώρους του πραγματικού. Ο άνθρωπος δεν υπάρχει πλέον ως αντικείμενο χωριζόμενος ως σκέψη και πράξη. Ο δυαλισμός των εσχατολογικών θρησκειών διαλύεται. Δεν ισχύει στο όν το της θρησκείας «εάν ισχύσει αυτό τότε θα ισχύσει ο παράδεισος ή η κόλαση». Ο άνθρωπος εν στιγμή Είναι και όταν ενορά τις δυνάμεις που πραγματικά κυλούν στο ποτάμι της ύπαρξής του ως ενωμένη οντότητα με το Όν και όχι ως εξωτερική οντότητα που περιμένει τη θεία κρίση της ενσωμάτωσης οδηγείται στο Είναι του Όντος όπου όλα Είναι.

Βασίλειος Μακρυπούλιας, δρ.φιλοσοφίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

H πρόσφατη ανάρτηση.

Eξαιρετική προσέγγιση.

Διαχρονικός λόγος.  Πατήσθε επάνω στον τίτλο.

Δημοφιλείς αναρτήσεις.