Φουκώ και Πλάτωνας.Το πραγματικό βάθος της ανάμνησης.



Μέσα στην πορεία του ιστορικού χρόνου με περισσή χαρά διαπιστώνουμε  ότι το ρολόϊ του φιλοσοφικού χρόνου δεν έχει σταματήσει να χτυπά .Αντιθέτως προβάλλει ζωηρή τη διάρκεια της σκέψης ,τονίζοντας μάλιστα φαινόμενα συγκρητισμού και οντικής –διασκεπτικής συνέχειας.
Ο Πλάτων-ας έλθουμε κατ΄ευθείαν στο θέμα μας-όταν συζητούσε για την ανάμνηση  την εννοούσε σε σταθερή αναφορά με τη θεωρία των ιδεών.Είναι σημαντικό δηλαδή να εξηγήσουμε ότι η Πλατωνική ανάμνηση έχει το νόημα της συνεχούς και αέναης επαφής με το σύνολο των ιδεών που αποτελούν το Αγαθό.Αυτό εξάλλου τονίζεται και στο παρακάτω απόσπασμα του Στοβαίου (Πλάτωνος,Μένων(80Ε)) «Συνεπώς λοιπόν η ψυχή αφού είναι αθάνατη και γεννήθηκε και πολλές φορές κι έχει ιδεί και όσα είναι εδώ στον απάνω κόσμο ,και αυτά  που συμβαίνουν στον Άδη και γενικώς όλα τα πράγματα δεν μπορεί να υπάρχει τίποτα που να μην το έχει μάθει.Δεν πρέπει λοιπόν να απορούμε αν τυχόν μπορεί να θυμηθεί αυτή και τα όσα είναι σχετικά με την αρετή και άλλα πράγματα αυτά βέβαια που και προηγουμένως εγνώριζε.Γιατί επειδή όλα τα πράγματα τα σχετικά με την φύσιν συγγενεύουν μεταξύ τους κι επειδή η ψυχή τα έχει μάθει πιά όλα τίποτα δεν εμποδίζει πια τον άνθρωπο  άμα ένα και μόνο πράγμα ξαναθυμηθεί αυτό δηλαδή που οι  άνθρωποι το ονομάζουν μάθηση ,τάλλα πια να τα ξαναβρή μόνος του όλα αρκεί μονάχα νάναι κανείς ανδρείος και να μην αποκάμει γυρεύοντας για ναύρη».
Πραγματικά η γνώση απαιτεί ανδρεία η οποία εκτυλίσσεται σε τρία επίπεδα.Κατ΄αρχήν επιβάλλεται να νοιώσουμε ότι όσα ξέρουμε είναι πράγματι μία μικρή σταγόνα στον ωκεανό της οντικής γνώσης.Έπειτα θα πρέπει να ενεργοποιήσουμε τον μεγάλο απεσταλμένο του όντος μέσα μας ,το νου,προκειμένου να χαράξουμε την πορεία απόκτησης της αληθινής και πραγματικής οντικής γνώσης.Από εκεί και πέρα απαιτείται η βούληση  βίωσης και εφαρμογής στην πράξη των θεωρητικών ανακαλύψεων.

Οι καταβολές της ύπαρξης.



Ακόμα και στον 21ο αι,τον αιώνα της τεχνολογικής υπέραυτάρκειας,τον αιώνα της εξωτερικής ευδαιμονίας,ανικανοποίητο και αναπάντητο  προβάλλει το ερώτημα εάν «υπάρχουμε»,εάν είμαστε «υπάρξεις».Δυστυχώς το επιβληθέν υλικό staus quo δημιουργεί συνεχώς το πρότυπο της καθαρά εξωτερικής ύπαρξης η οποία εκτείνεται στα πλαίσια της φυσικής εμμένειας και της ανθρώπινης βιωματικότητας χωρίς ίχνος υπερβατικού στοιχείου και ουσίωσης.
Δυστυχώς βιώνουμε τις τελευταίες στιγμές του αιώνα των φώτων,ή πολύ απλά του Διαφωτισμού,ενός κινήματος τη σημασία του οποίου τώρα μπορούμε καλύτερα από κάθε άλλη φορά να εκτιμήσουμε-μέσα από ένα καθαρά φιλοσοφικό πρίσμα.Τώρα επίσης βιώνουμε παράλληλα και το τέλος του ταξιδιού της ύπαρξης από την θεϊστική αγκαλιά του Κίρκεγγωρ έως τον νιχιλισμό του Σάρτρ.Η νωχέλεια της τεχνολογίας δεν θα διαρκέσει πολύ.Η ύπαρξη πρέπει να προσανατολισθεί σε ένα νέο οντολογικό ταξίδι το οποίο πλησιάζει και ζητεί εθελοντές.
Ας δούμε την λέξη «ύπαρξη»αφού πρώτα την τοποθετήσουμε μέσα σε ένα καθαρά ιστορικό πλαίσιο.Η μυθολογία παρέχει το θείο δώρο της ύπαρξης σε όλες ανεξαιρέτως τις οντότητες.Υπάρχουν και οι Γίγαντες και οι Τιτάνες,όσο υπάρχουν οι 12 θεοί και οι ημίθεοι.Υπάρχουν όχι μόνον πρόσωπα και πράγματα αλλά και δυνάμεις και ενέργειες που μας προκαλούν εντύπωση διότι καλύπτουν κάθε κενό μέσα στο μυθολογικό πίνακα.Όλα γίγνονται όλα,η Νιόβη μεταμορφώνεται σε πουλί,ο Ωρίωνας σε αστερισμό κ.ο.κ.Υπάρχει μία αέναη και αΐδια κατάσταση στην μυθολογία σε τέτοιο βαθμό που όλα επιτρέπονται και όλα είναι εφικτά.Υπάρχει μία καταπληκτική ταύτιση σκέψης και πράξης,είμαι και γίγνομαι,ύλης και πνεύματος.
Άρα πώς θα μπορούσαμε να ορίσουμε την μυθολογική ύπαρξη.Η ύπαρξη στη μυθολογία είναι η ταύτιση όλων των δυνάμεων και ενεργειών σε ποικίλες μορφές και περιεχόμενα.Είναι η στιγμή και η διάρκεια μαζί,είναι όλα τα σχήματα και τα σημαινόμενα ταυτόχρονα.Ο Δίας ως ύπαρξη σημαίνει την απόλυτη ικανότητα της ήδη υπάρχουσας ζωϊκής δύναμης να είναι εν στιγμή τα πάντα και να γίγνεται εν διαρκεία επίσης τα πάντα.Υπάρχει μία θαυμαστή ταύτιση του θέλω και μπορώ.Η μυθολογική ύπαρξη ταυτίζει την ουσία με την ύπαρξή της.

H εξ-όντωση του Είναι από τις θρησκείες του φυσικού Νόμου έως τον Πλάτωνα και από τον Αριστοτέλη έως τον Χάμπερμας.



Θα μπορούσαμε να φαντασθούμε αλλά και να διατυπώσουμε γραπτά την ανάμνηση μιάς καθαρά οντικής κατάστασης η οποία είχε ένα απλούστατο χαρακτηριστικό.Απουσίαζε κάθε είδος μερισμού-τέτοιου μερισμού όπως παρουσιάζεται στο παρακάτω απόσπασμα του Μ.Χάϊντεγγερ(Μ.Χ.αϊντεγγερ,Είναι και χρόνος,εκδ.Αναγνωστίδη,σελ.7) «Το «Είναι»είναι η πιο «γενική ιδέα»: το ον εστί καθόλου μάλιστα πάντωνΜία κατανόηση του Είναι περικλείεται ήδη σε κάθε τι που συλλαμβάνουμε για το ον.Αλλά η γενικότητα του Είναι δεν είναι εκείνη του γένους.Το Είναι δεν διαγράφει τα όρια της πιο ανώτερης περιοχής του όντος καθόσον αυτό διαρθώνεται αντιληπτικά ανάλογα με το γένος.ούτε το ον γένος.Η γενικότητα του Είναι ξεπερνά κάθε ειδολογική γενικότητα.Το Είναι είναι κατά την ονομασία της μεσαιωνικής οντολογίας ένα υπερβατικό».Το παραπάνω απόσπασμα μας προσφέρει διπλή βοήθεια.Καταδεικνύει τον όλο μερισμό που θέλουμε να διευκρινίσουμε,αλλά μας επαναφέρει το μεγάλο θέμα,το μεγάλο πρόβλημα της παρούσης κοσμικής κατάστασηςτης ιδέας,της φύσης  και του ανθρώπου-την λήθη του οντικού και όχι του διαστασιακού Είναι.
Παρατηρούμε την μεγάλη δυσκολία ξεκάθαρης διατύπωσης του Είναι εκ μέρους του ΧάΙντεγγερ.Γιατί;Απλά διότι χάθηκε όχι αναμνησιακά αλλά οντικά διαισθητικά η εν στιγμή ταύτιση στο πρόσωπο του «είμαι ό,τι οντικά υπάρχει».Χάθηκε η οντική στιγμή,εκείνη η οποία ως ενιαίος δρόμος και οδός μεταφέρει παντού,σε όλους τους κόσμους την ύπαρξη-ενσώματη,ασώματη ή με οποιαδήποτε άλλη μορφή.Όταν συζητάμε για οντικό Είναι ομιλούμε για την εν στιγμή διάισθηση ότι όλα υπάρχουν και τίποτε δεν γίνεται.Διότι όλα γίνονται μέσα από τη διάρκεια που σκεπάζει το Είναι.Εμείς όμως ομιλούμε για το στιγμιαίο οντικό Είναι και την οντική στιγμή.

O απόλυτος μύθος του ανθρωποκεντρισμού.Η υπέρβαση του ανθρωπίνου εμποδίου στην αιώνια ροή του πνεύματος.

    
                                                         
Πράγματι η φιλοσοφία δεν θα πρέπει να υπερασπίζεται τίποτε,δηλαδή μέσα στην απόλυτη ροή του όλου δεν θα πρέπει να αντιστέκεται στο νέο από όπου και αν αυτό προέρχεται.Η φιλοσοφία σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά καλείται να υπερασπισθεί την ετυμολογική ονομασία της που δεν είναι άλλη από «φίλη σοφίας».
Το μεγάλο ερώτημα εδώ διασπάται σε δύο ερωτήματα;Τι είναι σοφία;Ποιά η σχέση της σοφίας με το όντως όν;Η απάντηση σε αυτά τα σημαντικά ερωτήματα θα καταδείξει ότι η πραγματική φιλοσοφία δεν αφιερώνεται και δεν προσκολλάται σε ηθικές και αξίες:απλά τις καταδεικνύει προκειμένου να βοηθήσει την όλη πορεία του λόγου και του όντος.
Γιατί άραγε ο Νίτσε παραδίδει το περιστατικό όπου ο κυνηγημένος Σειληνός απαντά ότι το «τίποτε»πραγματικά υπάρχει,και γιατί ο «ομηρικός κανείς»νικά τον μονολιθικό και σύμβολο της ύλης Κύκλωπα;Άραγε η φιλοσοφία θα μπορούσε ποτέ να φθάσει σε αυτό το ύψος πνευματικής αυτοσυνειδησίας ώστε να αυτοαναιρεθεί παραδεχόμενη ότι η ύψιστη οντική αλήθεια προϋποθέτει την πλήρη εξαφάνιση αυτού του τωρινού νοητικού ανθρωπίνου μοντέλου διότι είναι κάτι πέρα από κάθε λογική;
Αυτό το οποίο πράγματι προσπαθούμε να πούμε είναι ότι δεν χρειάζεται πλέον να πιστεύουμε στο ίδιο μοντέλο ανθρώπου το οποίο μέχρι τώρα ασπαζόμαστε.Ο ανθρωποκεντρισμός-από τον Σωκράτη και εντεύθεν-δεν ισχύει πλέον.Και δεν θα πρέπει να ισχύει εάν θέλουμε η φιλοσοφία να προχωρήσει μπροστά προς το ον χωρίς να είναι απλά μία επιστήμη περιγραφική και καθόλου κανονιστική.
H λέκτωρ της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κ.Βασιλική Σολωμού-Παπανικολάου σημειώνει εύστοχα ότι «Η στροφή της φιλοσοφικής έρευνας από τις κοσμολογικές αναζητήσεις και τη μελέτη της φύσεως προς τα προβλήματα της ηθικής και πολιτικής ζωής του ανθρώπου,στροφή που,ως γνωστόν,συντελέσθηκε κατά το δεύτερο μισό του 5ου αι.π.Χμε τους Σοφιστές και το Σωκράτη,έφερε αναπόφευκτα στο επίκεντρο των φιλοσοφικών ενδιαφερόντων και το ερώτημα «τι είναι άνθρωπος».

Η Δημοκρατία του Επιταφίου.Η ισορροπία ανάμεσα στην ποιότητα και ποσότητα.



Πρώτα-πρώτα θα πρέπει να δούμε τον Επιτάφιο μέσα στο όλον της εποχής του.Θα πρέπει δηλαδή να προσέξουμε σε ποια ακριβώς θέση ταιριάζει και ποιο «πάζλ»της εποχής του  αρμονικά συμπληρώνει.Η άμεση και πρώτη απάντηση δείχνει σε μία πρώτη εκτίμηση απλή διά στόματος του ιδίου του συγγραφέα του έργου,του Θουκυδίδη ο οποίος στην παράγραφο 37 αναφέρει «Χρώμεθα γάρ πολιτεία  ου ζηλούση τους των πέλας νόμους ,παράδειγμα δε μάλλον αυτοί όντες τισίν ή μιμούμενοι ετέρους».
Άρα η πρώτη αιτία συγγραφής του Επιταφίου είναι η επίδειξη της κοινωνικής αλλά και προσωπικής προόδου των Αθηνών αλλά και των Αθηναίων.Ποιά όμως μηνύματα του παρελθόντος μετουσίωσαν σε τέτοια πρόοδο οι Αθηναίοι ώστε να αποτελούν πλέον παράδειγμα για όλους και συγχρονικά αλλά και διαχρονικά.Ο Όμηρος αναφέρει σε χωρία αποφθέγματα στα οποία διαφαίνεται η τάση διαμόρφωσης  μιάς προσωπικότητας η οποία είναι ικανή να προχωρήσει στη δημιουργία μιάς πρότυπης  κοινωνίας.
Χαρακτηριστικά αναφέρουμε: «Ένας είναι ο καλύτερος οιωνός,ν΄αγωνιζόμαστε για την πατρίδα»(Μ 243) «Πάντα να είσαι πρώτος και ανώτερος από τους άλλους και να μην ντροπιάζεις τη γενιά των προγόνων»(Ζ 208) «Δεν υπάρχει για μένα επιστροφή,μα αιώνια θα είναι η δόξα» (Ι 413), «Εγώ δεν ξέρω να έχω δει κάτι γλυκύτερο από τη γής της (της πατρίδος μου της Ιθάκης»(ι 31-32).
Στα παραπάνω αποσπάσματα διακρίνεται η προσωποκεντρική και ανθρωποκεντρική διάθεση του ποιητή να χτίσει μία συνείδηση που θα περιέχει τη φιλοδοξία ο άνθρωπος να έχει ως σκοπό της ζωής του το πλάσιμο ενδόξου χαρακτήρα μέσα σε μία άρτια κοινωνία.Αυτοί οι άνθρωποι θα πρέπει να κατασταλάξουν σε συγκεκριμένα  ιδανικά και αξίες.Τα έλλογα Υποκείμενα θεωρούν σιγά-σιγά ότι η πρόσκαιρη ζωή αποκτά αξία όταν υπηρετεί κανείς την αιωνιότητα και τη δόξα που αυτή κρύβει.Κατανοεί ότι τα άτομα είναι μέρη ενός όλου,της Πολιτείας,η οποία θα πρέπει να καταξιώνεται από την προσφορά όλων.Ατομικά ο καθένας,ως πνεύμα και πράξη,επιβάλλεται να πλασθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να είναι ικανός να υπερασπίσει και να αυξήσει τη δική του δόξα αλλά και των συνανθρώπων του.Μέσα από το παρελθόν που κληρονομείται στην Αθήνα του Περικλή οι έννοιες πρόσωπο και κοινωνία αποκτούν την έννοια του δυνάμει,οι οποίες για να γίνουν ενεργεία χρειάζονται μια σειρά από ένδοξες σκέψεις και πράξεις.

Ο Νίτσε για τους Ελληνες Κανείς δεν μπόρεσε να βρει το δηλητήριο που θα τους καταστρέψει έγραφε το 1872 ο γερμανός φιλόσοφος.


Πιο επίκαιρος από ποτέ ο Φρειδερίκος Νίτσε. Στο πρώτο του βιβλίο, με τίτλο <<Η Γέννηση της Τραγωδίας>> (1872) και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο 15,ο Νίτσε κάνει μία ιδιαίτερα μνεία στο ελληνικό έθνος αποδεικνύοντας ότι ο Νίτσε  είναι πολύ μπροστά από την εποχή του.

Διαβάστε το χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο:

«Αποδεδειγμένα σε κάθε περίοδο της εξέλιξής του ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός προσπάθησε να απελευθερώσει  τον εαυτό του από τους Έλληνες.

Η προσπάθεια αυτή είναι διαποτισμένη με βαθύτατη δυσαρέσκεια, διότι οτιδήποτε κι αν δημιουργούσαν,  φαινομενικά πρωτότυπο και άξιο θαυμασμού, έχανε χρώμα και ζωή στη σύγκρισή του με το ελληνικό μοντέλο,  συρρικνωνότανε, κατέληγε να μοιάζει με φθηνό αντίγραφο, με καρικατούρα.

Έτσι ξανά και ξανά μια οργή ποτισμένη με μίσος ξεσπάει εναντίον των Ελλήνων, εναντίον αυτού του μικρού και  αλαζονικού έθνους, που είχε το νεύρο να ονομάσει βαρβαρικά ότι δεν είχε δημιουργηθεί στο έδαφός του. Κανένας
από τους επανεμφανιζόμενους εχθρούς τους δεν είχε την τύχη να ανακαλύψει το κώνειο, με το οποίο θα μπορούσαμε μια για πάντα να απαλλαγούμε απ' αυτούς. Όλα τα δηλητήρια του φθόνου, της ύβρεως, του μίσους έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή να διαταράξουν την υπέροχη ομορφιά τους.

H oντολογική ανυπαρξία του επιστημονικού σοσιαλισμού.



Δεν υπάρχει καλύτερη αρχή για κάθε φιλοσοφικό άρθρο από την υπενθύμιση ότι στο φιλοσοφικό ταξίδι του ανθρώπου προς το είναι τα πάντα στην αρχή είναι,έπειτα δεν είναι,και τελικά δείχνουν τι πραγματικά είναι.Αυτή η επισήμανση είναι πράγματι πολύ σημαντική και σίγουρα εύκολα εφαρμόσιμη στη θεωρία του επιστημονικού σοσιαλισμού του Καρόλου Μάρξ.
Δεν θα μπορούσαμε να αρχίσουμε παρά από την καθαρά ρασιοναλιστική επισήμανση ότι είναι εσωτερική αγιάτρευτη αντίφαση ένα καθαρά υλικό και αισθητό σύστημα να καθίσταται εσχατολογικό και καθαρά μεσσιανικό.Αυτό το υποστηρίζουμε διότι στην προσπάθειά του αυτό το σύστημα να στηρίξει αυτόν ακριβώς τον μεσσιανισμό του θα στηριχθεί σε ιδεαλιστικές σχετικές αρχές οπότε χάνει τον υλικό του και αντιθρησκευτικό του χαρακτήρα.Αυτή είναι η πρώτη σοβαρή αυτοαντίφαση του μαρξισμού η οποία τον κατάτάσσει στα συστήματα εκείνα από τα οποία λείπει η πρωτοτυπία αλλά περισεύει η αντεστραμμένη αντιγραφή ιδεών και αξιών.
Εάν δούμε τον επιστημονικό σοσιαλισμό καθαρά από ένα φιλοσοφιό και  εξωτερικό πρίσμα θα διαπιστώσουμε ότι πρωταρχικός του σκοπός και στόχος δεν είναι άλλος παρά η φυσική ευτυχία των εργατικών μαζών.Πρώτα όμως έχει υπάρξει το ανάλογο μεταφυσικό ενδιαφέρον του Ιησού για την μεταφυσική ευτυχία χιλιάδων και εκατομμυρίων μαζών πιστών,και άρα μπορούμε να ομιλήσουμε για θεολογικό δάνειο του Χριστιανισμού στον Μαρξισμό.Πράγματι ο Μάρξ διά του Φόϋερμπάχ πέρασε από το πεδίο της θρησκείας στο πεδίο του διαλεκτικού υλισμού με τρόπο που μας θυμίζει κάποιον σφετεριστή αγαθών ο οποίος αντιποιείται ξένες περιουσίες.
Ας δούμε το θέμα από πιο κοντά.Η μεταφυσική του χριστιανισμού έγκειται στην πλήρη εξωτερικοποίηση των ήδη εσωτερικών δυνάμεων του ανθρώπου αλλά στο βασίλειο των θείων ιδεών.Είναι καθαρά ντετερμινιστικός σκοπός ο οποίος βέβαια πείθει διότι το πνεύμα ως εξωτερικότητα είναι αυθύπαρκτο και διηνεκές,ικανό να συντηρήσει καταστάσεις αιώνων και μεγάλης διαρκείας πριν νέες οντολογικές μεταβολές φέρουν νέες καταστάσεις.
Ο Μάρξ λαμβάνει την εξωτερική πνευματική πραγματικότητα του πεπτωκότος αμαρτωλού και χριστιανού ανθρώπου και κατανοεί ότι το πνεύμα θα μπορούσε αντί να οδηγηθεί προς τα πάνω,προς το Πλωτινικό Εν ή  προς τη Βασιλεία των ουρανών,να λάβει την κατωφερή πορεία και να οδηγηθεί προς το αντίθετο βασίλειο του πνεύματος αυτό της ύλης.Ήδη ο Φόϋερμπαχ έχει στρώσει το έδαφος μέσα από το συνδυασμό του ανάμεσα σε ιδεαλισμό και υλισμό,μέσα από την προετοιμασία του ανθρώπου ο οποίος με γνώμονα το νού του αντιλαμβάνεται την τελεολογία του γύρω του κόσμου και ανταποκρίνεται αυτοβούλως στους σκοπούς της ζωής του και των βιωμάτων του.Ο ιδεαλιστικός υλισμός του Φόϋερμπαχ,ο οποίος αναγάγει τον άνθρωπο μέσα από την θεωρία της νοητικής αντανάκλασης πάνω στην ύλη σε κυρίαρχη προσωπικότητα του περιβάλλοντος κόσμου,αποτελεί για τον Μάρξ μεγάλο πρόκριμα να κάνει ένα βήμα εμπρός.

Η αναφορικότητα ως παραδοχή φιλοσοφικής ανεπάρκειας.


O άμεσος φιλοσοφικός λόγος καλύπτεται ως οντολογικό γεγονός.Ως λόγος που απορρέει απ΄ευθείας από τις πηγές του Είναι.Προϋποθέτει τη θεώρηση της έλλογης ενορατικότητας ως πρώτης διασυλληπτικής βαθμίδος.Ο λόγος στον  μη αναφορικό  φιλοσοφικό τρόπο θα μπορούσε να ορισθεί ως ελευθέρα ενατένισις του ήδη υπάρχοντος,του Επέκεινα.Ίσως αυτό το είδος του Λόγου είναι μία προ-Ηρακλείτεια σύλληψη  διότι δεν προϋποθέτει  καμμία κοινότητα ή σχέση αληθείας.Ο μη αναφορικός και πρώτος φιλοσοφικός λόγος είναι απευθείας συνδεδεμένος με τη ροή του Απείρου.Από εκεί αντλεί τις συλλήψεις του και τις θεμελιακές διατυπώσεις του.Δεν έχει τίποτε το θεωρητικό-όλα υπάρχουν και το γνωρίζει-αλλά  και τίποτε το αποδεδειγμένο-οι μη αναφορικές αλήθειες αυτοϋπάρχουν και δεν χρειάζονται εμπειρική ή άλλη απόδειξη.
Η μη αναφορικότητα του φιλοσοφικού λόγου ανιχνεύεται στις διάφορες κοσμογονίες των λαών.Η Ελληνική μυθολογία διαθέτει το λεγόμενο συμβολικό μη αναφορικό λόγο.Το Ησιόδειο χάος, το Έρεβος και η Ημέρα είναι συλλήψεις απ΄ευθείας μέσα από το Όν.Γι αυτό και ετεροπροσδιορίζονται σε σχέση με ό,τι εμείς σήμερα εννοούμε όταν χρησιμοποιούμε τις ίδιες αυτές λέξεις.Το χάος  σήμερα μπορεί να  σημαίνει αταξία διότι σχετίζεται αναφορικά με τη σειρά του πεπερασμένου που ανιχνεύεται στο μυαλό όλων όμως στη μη αναφορική στιγμή του είναι και δηλώνει το αΐδιο του Είναι.Το Έρεβος επίσης στην αναφορική στιγμή του γίνεται αντιληπτό ως το αντίθετο του φωτός και προκαλεί τρόμο.Διότι έχει ξεχασθεί η μη αναφορικότητα της έννοιας που σηματοδοτεί την οντολογική εσωτερικότητα η οποία βέβαια είναι πέρα από το φώς.Η Ημέρα θεωρείται ως το αντίθετο της νυκτός αλλά μόνο μέσα στα στενά όρια της διαστασιακής αναφορικότητας.Η Ημέρα,το Ήμαρ,πέρα από την αναφορικότητα και στην οντολογική της θέση είναι η συνέχεια δράσης του Είναι.

Προς μία διερεύνηση μίας άλλης 25ης Μαρτίου.



Είναι αποδεδειγμένο -κυρίως μέσα από πραγματιστικά κριτήρια-ότι η ιστορία δεν γίνεται και δεν μπορεί να προχωρήσει με το αν.Θα έλεγα όμως ότι αυτή η καθαρά εμπειρική θέση είναι άστοχη και πολύ πεζή-υλιστικά πεζή.Αν σκεφθούμε ότι η ιστορία είναι σύνολο απείρων θεωρητικών και πρακτικών παραμέτρων,μία μόνο εκ των οποίων είναι η εσχατολογική πρόοδος –βασικός παράγοντας θαυμασμού της ιστορίας-σε αυτή την περίπτωση μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι και οι σκέψεις μετά το γεγονός είναι ιστορία.Κυρίως αυτές οι μεταϋπάρχουσες  σκέψεις μπορούν μελλοντικά να δημιουργήσουν μια νέα ιστορία η οποία σε πολλά θα είναι απαλλαγμένη από λάθη και χειρισμούς του παρελθόντος.Αυτό φυσικά δε σημαίνει ότι απορρίπτει κανείς τα ήδη γεγονότα.Τουναντίον.Τα σέβεται και προσπαθεί να εκμαιεύσει μυστικές σκέψεις και νέες πράξεις που επειδή τότε δεν έγιναν τώρα μπορεί να δώσουν λύσεις σε σημαντικά ζητήματα που αναφύουν στο διάβα των αιώνων.
Ας διατυπώσουμε την παρακάτω θέση.Τι σημαίνει «είμαι σκλαβωμένος;»Τελικά οι Έλληνες ήμασταν σκλαβωμένοι στους τούρκους;Η απάντηση είναι όχι.Καλλίτερα.Εξωτερικά,ως καθημερινοί πολίτες μέσα σε μία πολιτεία συγκεκριμένων ενεργειών και δυνατοτήτων ήμασταν σκλαβωμένοι.Εσωτερικά όμως ο Ελληνισμός,η πηγή πολιτιστικής και ιστορικής ζωής για τους Έλληνες,ουδέποτε σκλαβώθηκε στους τούρκους για τον πολύ απλό λόγο ότι ο διαχρονικός καθαρά πνευματικός και αξιακός λόγος προχωρεί ως απόλυτη εσωτερικότητα,χωρίς να υπακούει στους κανόνες του χωροχρόνου και της ύλης.Αντιθέτως αναπτύσσει και αναπτύσσεται.Οι Έλληνες ,ως βασικός φορέας αυτού του λόγου,μέσα από νέες φόρμουλες και σε διαρκή σχέση με το φιλοσοφικό λόγο της δύσης ,συνέχισαν να αναπτύσσουν την φιλοσοφική και πολιτιστική κληρονομιά.Από αυτή την πλευρά φυσικά –και δεν γινόταν αλλοιώς-ποτέ ο Ελληνισμός δεν σκλαβώθηκε στους τούρκους.Αυτή την υπερβατική δυνατότητα του Ελληνισμού ελεύθερος να πορεύεται στους αιώνες,αυτός να κατακτά με την κουλτούρα του έθνη και πολιτισμούς διακηρύσσει κατά περίφημο τρόπο ο Ευσέβιος,επίσκοπος Καισαρείας ο οποίος στην Ευαγγελική προπαρασκευή γράφει «μόνη γάρ η Ελλάς αψευδώς ανθρωπογονεί , φυτόν ουράνιον και βλάστημα θείον ηκριβωμένον,λογισμόν αποτίκτουσα οικοιούμενον επιστήμηι».

H πρόσφατη ανάρτηση.

Ποιος είναι διαχρονικά ο όφις;

Στο λεξικό ετυμολογίας   του Ευαγγέλου Μαντουλίδη ο όφις ετυμολογείται εκ του ρήματος οράω-ώ, με παλαιά ρίζα οπ ( όπωπα). Τι βλέπει ό...

Δημοφιλείς αναρτήσεις.