Η προφητική σκέψη του Θουκυδίδη.


Η σημαντικότητα του έργου του Θουκυδίδου είναι γνωστή: « έγραψα την Ιστορία μου για να μείνει αιώνιο κτήμα των ανθρώπων» θα γράψει ό ίδιος. Άρα και όσα γράφει και όσα υπονοεί αποτελούν κτήμα ες αεί για όλους τους πολιτισμούς και για όλα τα κράτη και  τις πολιτείες, άρα και για τη σημερινή Ελλάδα. Ο Θουκυδίδης κατενόησε την έννοια της οικονομικής προόδου  της εποχής του η οποία σε κάθε περίπτωση αντικατόπτριζε την αντιπαλότητα των μεγάλων ηγεμονικών πόλεων-κρατών, της Αθήνας και της Σπάρτης κατά κύριο λόγο. Κατάλαβε  ότι ο Πελοποννησιακός πόλεμος θα ήταν ένας μεγάλος πόλεμος διότι αντανακλούσε τον πόλεμο  συμφερόντων ανάμεσα στην Σπάρτη και την Αθήνα και τους συμμάχους των. Ο μεγάλος ιστορικός είχε κατανοήσει το γεγονός ότι στην  εποχή του οι μικρές πόλεις είχαν  αντικατασταθεί από μεγάλες συμμαχίες οι οποίες σταδιακά θα επιζητούσαν την εξουσία διότι εκ των πραγμάτων θα μπορούσαν να διεκδικήσουν και περισσότερα πράγματα ζωτικής σημασίας και συμφέροντος.
Στο βαθμό εις τον οποίον ο A.Grossinsky διατείνεται (σωστά) ότι ο Θουκυδίδης έγραψε ένα ιστορικό και πολιτικό εγχειρίδιο ως κτήμα ες αεί, μέσα από το οποίο όλοι μπορούν  να προβλέψουν τα μελλούμενα (εσόμενα) κατανοούμε ότι μπορούμε μέσα από την ανάγνωση του έργου του να κατανοήσουμε την κίνηση την ιστορική της εποχής μας.Και σήμερα υπάρχει ένας καινούργιος πολιτικός κατά βάση μηχανισμός ( η Ευρωπαϊκή ένωση)η οποία στηρίζεται σε κριτήρια θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε κυρίως οικονομικά. Διότι –ειδκά στην εποχή μας –η κινητήρια δύναμη είναι η οικονομία, ως πηγή  της πολιτικής και εξουσιαστικής δυνάμεως. Σύμφωνα με το Θουκυδίδη η Ευρωπαϊκή Ένωση ως πεδίο ανταγωνισμού και προσπάθειας οικονομικής επικράτησης του ισχυροτέρου θα κατασταλάξει ως κράτος και πολιτειακή κατάσταση όταν ο  ισχυρότερος επικρατήσει και επιβάλει το οικονομικό του και πολιτικό status quo. Όπως συνέβη με τον Πελοποννησιακό πόλεμο και την επικράτηση της Σπάρτης. Τα ίδια συμφέροντα επικράτησης, οικονομικού πολέμου  και ανταγωνισμού υπάρχουν και στο ευρωπαϊκό σημερινό κράτος μέρος του οποίου είναι η Ελλάδα.Βέβαια όλοι γνωρίζουμε τον τρόπο με τον οποίο η νικήτρια Σπάρτη συμπεριφέρθηκε στην Αθήνα, όλοι γνωρίζουμε το καθεστώς των τριάκοντα τυράννων, όλοι επίσης μπορούμε να κάνουμε τις απαραίτητες ιστορικές συγκρούσεις και  αναλογίες με  τη σημερινή εποχή και να φαντασθούμε τις  ανάλογες ιστορικές ομοιότητες ή διαφορές που γεννώνται.

Ιουλιανός ο Έλλην.


Eάν υπάρχει ένα προσωνύμιο το οποίο και ταιριάζει στον Ιουλιανό αυτό δεν είναι βέβαια το «παραβάτης» αλλά το «Έλλην».Ο Ιουλιανός (Φλάβιος Κλαύδιος Ιουλιανός)ήταν αυτοκράτορας κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο, λαμπρός Έλλην φιλόσοφος και συγγραφέας στην Ελληνική Γλώσσα. Αναφέρει χαρακτηριστικά γι αυτόν ο Ζώσιμος στην ιστορία του «Φλωρεντίω της αυλής εν τοις υπέρ τας Άλπεις έθνεσιν υπάρχω γενομένω κατά τους χρόνους εν οις Ιουλιανός ο Μέγας την του Καίσαρος είχε τιμήν». Παραθέτουμε αυτό το χωρίο προκειμένου να υπενθυμίσουμε  ότι ήδη εκλήθη ο Ιουλιανός Μέγας και για όσα έπραξε αλλά και για όσα εφιλοσόφησε. Θεωρούμε ότι η Εκκλησία του προσέδωσε το προσωνύμιο «παραβάτης» (εάν του το έδωσε) διότι βέβαια ήταν ο μόνος Εθνικός αυτοκράτορας στη μακραίωνη ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η προσπάθεια συνταύτισης της ιστορίας του Βυζαντίου με το χριστιανικό του χαρακτήρα αποτελεί ίσως την πρώτη προσπάθεια ταύτισης της πολιτικής και θρησκευτικής ταυτότητας μιάς αυτοκρατορίας,μιάς πολιτείας. Ποτέ έως εκείνη τη στιγμή δεν είχε υπάρξει συνειδητή προσπάθεια επιβολής θρησκευτικής ταυτότητας στους κατοίκους πόλεων και αυτοκρατοριών. Το Βυζάντιο για πρώτη φορά στην παγκόσμιο ιστορία(προλογίζοντας ίσως τον Λεβιάθαν του Χόμπς)  προσπαθεί να συνταιριάξει και να προκαθορίσει την πολιτική και θρησκευτική ταυτότητα των κατοίκων της αυτοκρατορίας.Ο Βυζαντινός υπήκοος θα πρέπει να είναι και χριστιανός. Σε κάθε περίπτωση δεν αντιλέγουμε ότι πάντα στον ρούν της ιστορίας οι εξουσιαστές προσπαθούσαν και θα προσπαθούν να ελέγξουν το θρησκευτικό αίσθημα των λαών που εξουσιάζουν. Πολλά τα παραδείγματα από τις αυτοκρατορίες της Παλαιάς Διαθήκης, έως τις αυτοκρατορίες των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Όμως το πείραμα του Βυζαντίου διεκδικεί την παγκόσμιο πρωτοτυπία. Για πρώτη φορά έγινε συνειδητή εκπαιδευτική προσπάθεια οι άνθρωποι να ενωθούν ενώπιον ενός συγκεκριμένου προσωπικού θεού, διαλύοντας την απειρία και την ελευθερία του σκέπτεσθαι οντολογικώς σύμφωνα με τον Ελληνικό Λόγο.Για πρώτη φορά έγινε συνειδητή προσπάθεια οι άνθρωποι να ενωθούν νοητικά άρα και ηθικά έναντι του προσωπικού θεού της Καινής Διαθήκης, καταρρίπτοντας ολόκληρο τον τρόπο σκέψης της ελευθέρας και οντολογικής σκέψης των Ελλήνων οι οποίοι ποτέ δεν προσπάθησαν να προσωποποιήσουν και να ηθικοποιήσουν και να λατρέψουν κανένα θεό, ατενίζοντας και περνώντας γνωσιολογικά ευχάριστα παρατηρώντας το άπειρο. Από αυτό μάλλον το σημείο εκκινεί η αντιδραστικότητα του Ιουλιανού στην εκχριστιανοποίηση του Βυζαντίου.

Aπό το Νίτσε έως το Ντεριντά. Η δυνατότητα της υπεράνθρωπης αποδόμησης.


Πίσω από κάθε φιλοσοφία ευρίσκεται μία εποχή, μία ιδέα, μία έννοια. Λές και το σύμπαν,το Είναι είναι ένας σπουδαίος αρχιτέκτονας,όλα υπακούουν,από την πρώτη ιδέα έως την τελευταία αξία που αυτή καταλήγει, σε ένα σχέδιο. Πίσω από κάθε φιλόσοφο πίσω από κάθε φιλοσοφία ενυπάρχει μία αρχική και τελική ιδέα η οποία χαρακτηρίζει τη φιλοσοφία τη συγκεκριμένη και την εποχή της. Ο Νίτσε και ο Ντεριντά φαίνεται ότι συνδέονται διά μέσου μίας κεντρικής ιδέας  η οποία ικανώς αναπτύσσεται στα συστήματά των. Η ιδέα της αποδόμησης(αποσύνθεσης) μάλλον χαρακτηρίζει και τους δύο αυτούς προικισμένους στοχαστές.
Ο Γεράσιμος Κακολύρης στο πόνημά του «Η πολιτική και ηθική σκέψη του Ζάκ Ντεριντά» ξεκινά με τον κεντρικό τίτλο: «Η αποδόμηση είναι η δικαιοσύνη: το ερώτημα του άλλου».(Όπως σημειώνεται υπάρχει επιρροή από τη Χαϊντεγγεριανή σειρά, δηλαδή την πορεία προς το Είναι η οποία σε κάθε περίπτωση στηρίζεται στην αποδόμηση του Ώδε-Είναι ως κυρίως υπομέρος του Είναι). Ο Κακολύρης αναφέρεται σε τρείς αποδομήσεις του Ντεριντά: στην αποδόμηση της παρουσίας, της διαφωράς,της ετερότητας οι οποίες αποτελούν την εκκίνηση της όλης σκέψης και ηθικής στάσης του  φιλοσόφου. Ο Γάλλος φιλόσοφος προσπαθεί να αποδομήσει θεμελιώδεις  έννοιες του πολιτισμού μας (όπως είναι το πρόσωπο, η παρουσία του προσώπου δίπλα μας) προκειμένου να ανοιχθεί μία οδός νέας θέασης και θεώρησης του Άλλου. Ο άλλος ή το άλλο μπορεί να είναι άνθρωπος, ζώο, κατάσταση, ιδιότητα, πράγμα, κατάκτηση, κακό ή καλό, σκέψη ή  πράξη. Ο Ντεριντά μέσα από την αποδόμηση προσπαθεί  να τονίσει μία μεγάλη αλήθεια, η οποία σιγοψιθυρίζεται  από όλους, αλλά πολύ σιγανόφωνα και δεν ακούγεται: Όλα είναι  κατάκτηση του ανθρωπίνου μυαλού, υποκειμενικά κτίρια, τα οποία θα μπορούσαν να έχουν κτισθεί και αλλοιώς. Η αποδόμηση έχει και τη θετική αλλά και την αρνητική της πλευρά: Ίσως θα πρέπει να γκρεμισθεί ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε το θεό και τη φύση και τον άνθρωπο προκειμένου να επανοικοδομήσουμε μία νέα ιδέα που θα οδηγήσει σε ένα νέο κόσμο και ένα καινό μοντέλο προσώπου και ανθρωπισμού.

H πολιτική θεολογία σήμερα.


Aυτό το οποίο γνωρίζουμε-εθιστικά ίσως – είναι η θεολογία η οποία έχει ως κέντρο της το Θεό,ως δύναμη, ενέργεια, τρόπο και σκοπό. Μία «θεϊστική θεολογία» θα λέγαμε. Ο Θεός σε αυτή τη Θεολογία κείται έξωθεν και μακριά  του ανθρώπου, αν κρίνουμε και από τη φράση του Δαμασκηνού(και όχι μόνον) «Θεόν ανθρώποις ιδείν αδύνατον». Επίσης ένα τεράστιο οντολογικό,γνωσιολογικό και ηθικό χάσμα χωρίζει το Θεό αυτής της παραδοσιακής θεολογίας από τον άνθρωπο, ο οποίος πασχίζει μέσα από τις  άκτιστες ενέργειες, τις θείες αποκαλύψεις αλλά και τον ηθικό τρόπο ζωής να προσπελάσει το θείο. Φαίνεται όμως ότι ειδικά μετά τα κινήματα της Αναγέννησης,Μεταρρύθμισης και του Διαφωτισμού,μετά την εγκαθίδρυση επί της γής της έλλογης βασιλείας του ανθρώπου και του διακηρυσσομένου θανάτου του Θεού,ότι επεκράτησε μία διάδοχη θεολογία η περίφημη «πολιτική θεολογία».
Ο όρος «πολιτική θεολογία»πρωτοχρησιμοποιήθηκε στο ομώνυμο έργο του Carl Scmitt το 1922,χωρίς  βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορούμε να ανιχνεύσουμε ψήγματα αυτής της θεολογίας σε προγενέστερα συγγράμματα και επιστημονικές δουλειές. Στο μικρό αλλά κλασσικό έργο του «πολιτική θεολογία» ο  συντηρητικός αυτός καθολικός θεολόγος υπεστήριξε ότι «όλες oι μεστές έννοιες της σύγχρονης πολιτειολογίας είναι εκκοσμικευμένες θεολογικές έννοιες». Αυτό βέβαια δεν συμβαίνει μόνο στον τομέα της ιστορικής ωρίμανσης όρων και εννοιών(π.χ ο παντοδύναμος θεός  στις θρησκείες της αποκαλύψεως μετεβλήθη σε παντοδύναμο νομοθέτη στα σύγχρονα κράτη δικαίου) αλλά και στον τομέα της λογικής επεξεργασίας των βασικών μεταβλητών των θελογιών αυτών( η βασιλεία των ουρανών στη θεϊστική  θεολογία μεταφέρεται στη γή στην πολιτική θεολογία. Τώρα μας ενδιαφέρει πώς ο παράδεισος μέσα από  τον άνθρωπο-θεό θα εγκατασταθεί στη  γή). Γι αυτό το λόγο η πολιτική θεολογία αντιστοιχεί τέλεια τις μεταβλητές της και τους όρους της με τους αντιστοίχους της θεϊστικής θεολογίας. Ας παρακολουθήσουμε αυτή την αντιστοιχία η οποία πράγματι παρουσιάζει αρκετά μεγάλο ενδιαφέρον.

Ο Μάρξ και η επανάσταση του 1821.


Aναφέρεται το εξής περιστατικό σε  ομιλία του Λένιν.Κάποτε ο πρωτεργάτης της Οκτωβριανής επανάστασης ομιλούσε σε ακροατήριο αναπτύσσοντας τις θέσεις του. Κάποιος από το ακροατήριο εμφανώς μάλλον ενοχλημένος, τον  διέκοψε λέγοντάς του ότι όσα λέει και ισχυρίζεται αντιβαίνουν στα γεγονότα. Ο Λένιν τον κοίταξε και νηφάλιος του απάντησε: «τόσο το χειρότερο για τα γεγονότα». Σε κάθε περίπτωση είναι ίδιον χαρακτηριστικόν ανθρώπων που για λόγους διαφόρους θέλουν να επιβάλουν το λόγο τους και την πράξη τους, να υπερβαίνουν με λογικά άλματα την πραγματικότητα, προωθώντας και δογματίζοντας τις απόψεις τους. Σε κάθε περίπτωση πραγματικά θα πρέπει να κατανοήσουμε όμως σε βάθος το λόγο τους, ως αιτία, σκοπό και περιεχόμενο.Διότι ίσως οι αρχές τους να είναι πλέον ανελεύθερες σε σχέση με όσα διακηρύσσουν.
Σύμφωνα με τον Γεώργιο Κεκαυμένο αυτός ο οποίος θέσπισε την 25η Μαρτίου ως ημέρα τιμής προς την έναρξη της  εθνικοαπλευθερωτικής επανάστασης των Ελλήνων στις απαρχές του 1820 δεν ήταν ο Όθωνας το 1838 αλλά ο ίδιος ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, εκεί περί το 1820. Η εμμονή λοιπόν κάποιων δήθεν κουλτουριάρηδων(ανηκόντων στην αριστερά διανόηση) στη φιλολογία περί την  25ης Μαρτίου έχει χάσει πλέον το ενδιαφέρον της και την όποια ιστορική της αξία.
Ποια όμως ήταν η γνώμη του ιδίου του Καρόλου Μάρξ για την εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση του 1821 και για την επαναστατική τόλμη των Ελλήνων αγωνιστών;(υπενθυμίζουμε ότι ο Κάρολος Μάρξ και ο Φρήντιχ Ένγκελς θεωρούνται ως δήθεν  υπερασπιστές των απανταχού ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των καταπιεζομένων συνανθρώπων των). Το πραγματικά αστείο είναι ότι οι εν Ελλάδι αριστεροί αγνοώντας τις θέσεις του Μάρξ για την Ελληνική Επανάσταση  κατηγορούν την Εκκλησία ότι δήθεν εναντιώθηκε στην εν λόγω επανάσταση. Μία ματιά όμως στο μνημειώδες βιβλίο του Παναγιώτη  Κονδύλη με τίτλο : «K.Marx-Fr.Engels,η Ελλάδα, η  Τουρκία και το Ανατολικό ζήτημα» ρίχνει άπλετο φώς στις θέσεις των ιδρυτών του επιστημονικού(λεγομένου) σοσιαλισμού όσον αφορά την εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση του 1821.

Η δοκιμασία των Αρχαίων Ελλήνων βουλευτών.


Ο Λυσίας εις τον λόγον του  «Υπέρ Μαντιθέου»εξαίρει εμμέσως πλήν σαφώς τη σπουδαιότητα του θεσμού της δοκιμασίας για το δημοκρατικό πολίτευμα,βασικός σκοπός της οποίας ήταν η εφαρμογή της αξιοκρατίας στην ανάδειξη των κληρωτών αλλά και των αιρετών αρχόντων.Επισημαίνουμε ότι σε θέματα σημαντικά ισχύει το περίφημο σύνθημα ή όλα ή τίποτε-ας θυμηθούμε τη φράση του θεανθρώπου «έστω το ναι ναι και το ού ού»υπό την έννοια ότι όταν παίρνουμε από τους αρχαίους μας προγόνους την έννοια αλλά και την μίμηση της δημοκρατίας θα την ακολουθούμε ολοκληρωτικά,όχι και μόνο εκεί και σε θέματα που μας συμφέρει.
Η διαδικασία λοιπόν της δοκιμασίας ήταν απαραίτητη στην Αρχαία Ελληνική δημοκρατία για την ανάδειξη κάποιου σε Βουλευτή.Θα πρέπει οπωσδήποτε όμως να σημειώσουμε ότι στον χρυσό αιώνα του Περικλέους ο Βουλευτής ήταν ισχυρά σημειοδοτούμενη έννοια.Μάλιστα ο βουλευτής αποθεώθηκε μέσα από τα πολιτικά γραπτά του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους.Είναι αυτός ο οποίος βούλεται για το καλό της πόλεως-κράτους,είναι αυτός ο οποίος ελέγχει την εκτελεστική εξουσία και προωθεί την κρίση υπέρ αυτού που συμφέρει την Πατρίδα του.Ο Βουλευτής στην Αρχαία Αθήνα ήταν ανάμεσα στη Γνώση και στην Αξία.Γνώριζε το Καλό και το έπραττε.Συμμετείχε σε όλες τις εκδηλώσεις της Πατρίδος του,ήταν πολεμιστής και στην Ειρήνη και στον Πόλεμο.Δεν υπήρχε περίπτωση ποτέ να ψηφίσει και να επιδιώξει κάτι ενάντια στην Πατρίδα του,για παράδειγμα μεγάλοι πνευματικοί άνθρωποι όπως ο Σωκράτης και ο Θουκυδίδης ήταν και στρατηγοί και πολεμιστές όταν η Πατρίδα τους το ζήτησε.

Aπολλώνειος ο Τυανεύς: ο ξεχασμένος μύστης.


O Απολλώνειος ο Τυανεύς συνδέει τη γέννησή του με το φαινόμενο του Ευαγγελισμού. Λέγεται ότι πρίν από τη γέννησή  του  άγγελος ανήγγειλε τον έρχομό του στη μητέρα του. Γεννήθηκε σχεδόν στην ίδια χρονική στιγμή με τον Ιησού Χριστό, όπως και ο  Θεάνθρωπος παρόμοια και αυτός παρουσίασε εξαιρετική και πρόωρη ωρίμανση συνοδευομένη από γνώσεις και αρετές. Αμέσως μετά τη γέννησή του παραδίδεται ότι προετοιμάσθηκε πνευματικώς και ηθικώς προκειμένου να αρχίσει το  πνευματικώς και πρακτικώς ωφέλιμο έργο του.Η σειρά των γεγονότων  της ζωής του σε πολλά μας θυμίζει τον Ιησού: ο  Απολλώνειος παραδίδεται ότι δημόσια δίδαξε,  έπαθε, αναστήθηκε και ανελήφθη στους  ουρανούς.
Aναφέρεται ότι  και ο Απολλώνειος είχε μαθητές (οπαδούς), λόγω επίσης των εχθρών του μεταφερόταν αρκετά συχνά από μέρος σε μέρος. Συχνά οι μαθητές του απογοητεύονταν, επίσης παρουσιάσθηκαν και φαινόμενα προδοσίας. Όταν έφθασε ή ώρα του τελικού κινδύνου  ταξίδευσε στη Ρώμη όπου αυτοκράτωρ ήταν ο σκληρός Δομιτιανός. Ο Απολλώνειος κατηγορήθηκε στον αυτοκράτορα ότι προβαίνει σε πράξεις μαγείας και αγυρτείας χρησιμοποιώντας υπεργήϊνες δυνάμεις προκειμένου να παρασύρει και να χειραγωγεί τα πλήθη.
O Aπολλώνειος διέθετε ένα άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα ( το οποίο αναφέρεται   και στην Καινή Διαθήκη για το πρόσωπο του Ιησού). Μπορούσε να ελέγξει τη ροή των καλών και των κακών πνευμάτων, καθοδηγώντας τα ωραία πνεύματα εντός του ανθρώπου και τα άσχημα πνεύματα εκτός των ανθρώπων.Eξιστορείται συγκεκριμένο γεγονός σύμφωνα με το οποίο ο Απολλώνειος ελευθέρωσε νεαρό εξ Αθηνών από τα πονηρά πνεύματα τα οποία τον διακατείχαν. Στη βιογραφία του (Φιλόστρατος) παραδίδεται ότι στη Ρώμη ο Τυανεύς ανέστησε νεαρό  κοράσιον το οποίο και το επανέφερε στη ζωή.

Γιατί καταδικάστηκε ο Ιησούς;


Αναμφίβολα έχουν γραφεί πολλά για την πλέον σημαντική δίκη ίσως όλων των  εποχών, αυτή του ιδίου του Υιού του Θεού. Θα ξεκινήσουμε αυτή την μικρή  έρευνα επικεντρώνοντας την προσοχή μας σε ένα ερώτημα (σημαντικό κατά την άποψή μας). Γιατί ο Ιησούς υπέστη τη βάσανο μιας δίκης,γιατί «υποτάχθηκε» στη νομική εξουσία και στην ανάλογη διαδικασία του ρωμαϊκού κράτους; Τα ευαγγέλια μας δίδουν μία πρώτη απάντηση: Συγκεκριμένα στο Ματθαίον,ΚΣτ, αναφέρεται ότι κοντά στην εορτή του Πάσχα μαζεύθηκαν οι αρχιερείς και οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι του λαού στην αυλή του αρχιερέως του λεγομένου Καϊάφα και ραδιουργούσαν προκειμένου να εύρουν δόλιο τρόπο σύλληψης και θανάτωσης του Ιησού. Φοβούνταν όμως την κατακραυγή του λαού διότι ίσως θεωρούνταν δολοφόνοι ενός αγαπητού ανθρώπου που τόσο θαυμασμό είχε προκαλέσει στα πλήθη. Ίσως λοιπόν ο Ιησούς υπέστη  τη δίκη υπό του ρωμαϊκού δικαίου προκειμένου οι γραμματείς και οι φαρισαίοι να νομιμοποιήσουν τα δόλια σχέδιά τους και κανείς να μην τολμήσει  να τους καταδιώξει μετά από το θάνατο του Ιησού.
Ο ίδιος όμως ο Ιησούς στο κατά Μάρκον ΙΔ προβαίνει σε μία αξιοπρόσεκτη αναφορά ( τονίζοντας έμμεσα ότι θα πρέπει να υποστή τη δίκη υπό του ρωμαϊκού δικαίου) : Συγκεκριμένα στον κήπο της Γεθσημανής, κατά τη στιγμή όπου ανακαλύπτει για τρίτη φορά τους μαθητές του καθεύδοντες, τους επιτιμά λέγοντας: «καθεύδετε λοιπόν και  αναπαύεσθε.Απέχει.Ήλθεν η ώρα.Ιδού παραδίδοται ο υιός του ανθρώπου εις τας  χείρας των  αμαρτωλών.Εγείρεσθε.Άγωμεν.Ιδού ο παραδιδούς με ήγγικε».Κατανοούμε τη νομοτέλεια της επερχομένης δίκης του Κυρίου, ο οποίος θεωρεί  ότι η σφραγίς του έργου του επί της γής θα επεβάλετο να είναι το μαρτύριό του.Ο Κύριος εγνώριζε ότι θα  έπρεπε να ακολουθήσει όλη την οδό προς το μαρτύριο. Την προδοσία, τη δίκη, την καταδίκη, τη σταύρωση και την Ανάσταση. Με αυτόν τον τρόπο το πρόσωπό του θα έδειχνε θείο και συνεπές στους ανθρώπους, άξιο μίμησης λόγω της συνέπειας λόγου και έργου.Σε κάθε περίπτωση η απλή δολοφονία του Ιησού  από τους δολίους εχθρούς του(Γραμματείς και Φαρισαίους) δεν θα προσέδιδε σε Αυτόν και την Αποστολή του τη συνέπεια και την επισημότητα  που θα προσέδιδε μία δίκη στο Πραιτώριο από τον απεσταλμένο του Αυτοκράτορος, του θείου Αυτοκράτορος.

Το σύστημα του Πλήθωνος, ως προάγγελος κάθε διαφωτισμού.


 

To σύστημα του Γεωργίου Γεμιστού Πλήθωνος, αναλύεται στο περισπούδαστο βιβλίο του «Νόμων Συγγραφή». Εκεί ο μεγάλος Έλληνας φιλόσοφος  δεν απαρνείται  ουσιαστικά  το χριστιανισμό, αλλά αντιθέτως  προσπαθεί  να συνταιριάξει τις φιλοσοφικές του αντιλήψεις με την ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία. Oύτως ή άλλως ο Ελληνισμός για τον Έλληνα σοφό είναι ένα διαχρονικά ιδεατό και αξιακό μέγεθος, το  οποίο προσφέρει τις φιλοσοφικές του κατηγορίες και συλλήψεις σε ένακ κορυφαίο θεολογικό σύστημα όπως αυτό του χριστιανισμού.Σε κάθε περίπτωση  η εποχή του Πλήθωνος αποτελεί μία μεταβατική εποχή από τα μεσαιωνικά στα νεώτερα χρόνια. Αυτό αναλύεται φιλοσοφικά( έχοντας και στο νού μας τη στροφή της Δύσης προς την ΑρχαιοΕλληνικής έμπνευσης Αναγέννηση) μέσα από τη συνεχή της ανθρωπιστικής ανάδυσης του Πλατωνικού και Αριστοτελικού Λόγου. Ο χριστιανισμός σε κάθε περίπτωση μέσα από την ενανθρώπιση του Θείου Λόγου εσωτερικοποίησε την παράσταση του Θεού εντός του ανθρώπου μετουσιώνοντάς την σε ηθική αξία πράξης και μίμησης. Πλέον οι νοητικές κατηγορίες της πίστης και της θείας ανάμνησης αντικατέστησαν την καθαρή Πλατωνική και Αριστοτελική ανάμνηση και ενόραση αλλά και εμπειρική γνώση αντίστοιχα. Οι ηθικές  κατηγορίες της μίμησης του Θείου Λόγου και της πραξιακής ζωής –σε σχέση με το Θείο- ωρίμασαν την Πλατωνική και Αριστοτελική Ηθική του  Αφηρημένου Αγαθού και του Πρώτου Κινούντος Ακινήτου αντιστοίχως. Η εποχή  φάνταζε ώριμη προκειμένου μέσα από τον σώφρονα αξιακό και ιδεολογικό συγκρητισμό ο Ελληνισμός να λάβει τη θέση που του αρμόζει. Σε αυτό το σημείο εργάσθηκε ο Πλήθωνας. Έχοντας μελετήσει την αρχαία Ελληνική Ιστορία και φιλοσοφία φθάνει να θεωρεί τη συντηρητική βυζαντινή παράδοση και το θρησκευτικό σχολαστικισμό υπαιτίους για την κατάπτωση της αυτοκρατορίας. Οδηγείται σε μία αναπόφευκτη σύγκριση του ενδόξου παρελθόντος με το παρακμιακό παρόν που ζεί. Eξιδανικεύει το παρελθόν και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η μόνη λύση είναι η επιστροφή στην αρχαιοελληνική αυθεντία. Επομένως οι  φιλοσοφικές και γενικότερα οι πνευματικές αναζητήσεις του έχουν ως αφετηρία την προσπάθεια εξεύρεσης λύσης  στα πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά, θρησκευτικά, φιλοσοφικά, ηθικά και άλλα ζητήματα τα οποία σηματοδοτούσαν τη συνέχεια του πνευματικού και πραγματικού κόσμου της εποχής.

H απομάκρυνση του Θεού και ο κατακερματισμός του προσωπικού Υποκειμένου εις τη Δύση.



 

«Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον»ακούγεται από καλλίφωνους ιεροψάλτες στις ορθόδοξες εκκλησίες τις Άγιες ημέρες των Χριστουγέννων.Πράγματι ο «άναρχος κατά τον Πατέρα»καταδέχεται να φορέσει ανθρώπινον σαρκίον,να ενανθρωπισθεί,να αποκτήσει ανθρώπινη υπόσταση,και όλο αυτό το οντικό συμβάν ετοιμάζεται θεολογικά να φιλοξενηθεί κάτω από τη σπουδαία ορολογία «ενανθρώπιση του Κυρίου». Από καθαρά φιλοσοφική άποψη προαλείφεται το αξιολογικό-ίσως και γνωσιολογικό- όριο και ορόσημο –γέφυρα θα μπορούσε κάποιος να πεί-ανάμεσα στον αρχαίο κόσμο και στο νέο κόσμο του χριστιανικού προσώπου-το οποίο πάντως ποτέ δεν έπαψε να υπάρχει μέσα στην ανθρώπινη γραμματειακή δημιουργία από την απίστευτη σύλληψη του Περσέα,μέχρι τη θαυματουργή έλευση του Όσιρι και των διαφόρων παράξενων οντοτήτων πολλών και διαφόρων μορφών ποικίλων κοσμοθεωριών-Βαβυλωνιακής,των Ατζέκων κ.ο.κ.

Θα μπορούσαμε να συζητήσουμε ότι το χριστιανικό πρόσωπο ,το οποίο λαμβάνει την αξιακή του έκφραση και σημασία μέσα από την ενανθρώπιση του Ιησού,είναι το αποτέλεσμα διεργασιών που ξεκίνησαν από τα βάθη της ανθρώπινης ιστορίας και πολιτισμού μέχρι τη στιγμή κατάληξής τους στο σπήλαιο της Βηθλεέμ.Ο προβληματισμός του Παρμενίδη καταδεικνύει ακριβώς το ταξίδι από το αφηρημένο προς το συγκεκριμένο και συγχρόνως μας αναγκάζει να δούμε την οντική ανάγκη ενανθρώπισης του Ιησού,που δεν είναι άλλη από την επιβεβλημένη εξωτερικοποίηση της απόλυτης εσωτερικότητας του Θεού.

Η ιστορική εξέλιξη-ή αντεξέλιξη-της εννοίας της τιμωρίας.


Ως γνωστόν ο σοφός Πλάτων στο διάλογό του Πρωταγόρας προχωρεί σε μία ολοκληρωμένη αλλά καινοφανή για τα δεδομένα της εποχής του θεωρία και άποψη γύρω από το θέμα της τιμωρίας.Ετυμολογικά το ρήμα τιμωρέω-ώ  σημαίνει βοηθώ και συνάδει απόλυτα με την Πλατωνική θεωρία της τιμωρίας.Διότι ο μέγας Αθηναίος φιλόσοφος αντιμετωπίζει το θέμα της τιμωρίας τελείως νοητικά.Θέλοντας να ξυπνήσει το βαθύτερο νού του κάθε ανθρώπου, αντιμετωπίζει την τιμωρία ως βοήθεια που αποσπά το Υποκείμενο από τη λήθη ,από το σπήλαιο που ευρίσκεται,και το προχωρεί σε καλύτερες και ανώτερες σε σχέση με το Αγαθό σκέψεις και πράξεις.Η φράση του Πλάτωνος στον Πρωταγόρα είναι σαφής: «Κανείς δεν τιμωρεί και δεν κολάζει τους ανθρώπους επειδή έκαναν αδικία και μόνο.Όποιος με αυτόν τον τρόπο τιμωρεί αντιμετωπίζει τους ανθρώπους σαν τα άγρια θηρία.Τιμωρεί κανείς με λόγο προκειμένου να μην επαναληφθεί η άδικη πράξη και ο άνθρωπος να πράξει επιτέλους λογικά».Το αξιολοογικό βήμα που επιχειρείται είναι τεράστιο.Ο άνθρωπος αντιμετωπίζεται ως έλλογη οντότητα,ως μία συνεχής πορεία σκέψης και πράξης του Καλού.Η τιμωρία είναι βοήθεια αφύπνισης νοητικής του εφησυχασμένου ανθρώπου ,η οποία τον βοηθά να ανακαλύπτει συνεχώς δυνάμεις και τρόπους μιάς καλύτερης και ανώτερης ζωής.
Επίσης ο Αριστοτέλης προτείνει ένα ολοκληρωμένο ηθικό σύστημα το οποίο στηρίζεται στην αυτοσυνειδησία και στην αυτοεκτιμήση του ανθρώπου και βέβαια συνοψίζεται στη θεωρία του μεγάλου φιλοσόφου ότι τελικά υπάρχει σχέση ανάμεσα στην τιμωρία και στην κάθαρση.Στα Ηθικά Νικομάχεια ο Αριστοτέλης προχωρεί πολύ μακριά στο θέμα της παραβατικής πράξης και της τιμωρίας.Διακρίνει την τιμωρία από τον κολασμό.

Η Διαλεκτική πορεία του Όντος, Βασιλείου Μακρυπούλια, Δωδώνη 2002.


Το   Έργο πραγματεύεται την διαλεκτικότητα του  Όντος. Όλα στηρίζονται στην κίνηση η  οποία διαφυλάσσεται μέσα από τις πολλές μεταβλητές και παραμέτρους που διαθέτουν οι οντότητες που συναποτελούν τον κόσμο μας. Υπό αυτή την έννοια η γνώση της ανθρώπινης αυτοδιαλεκτικής που μας χαρακτηρίζει μας  οδηγεί στην τελική αυτογνωσία μας.

David Hume: Μία πραγματεία για την ανθρώπινη φύση, εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια: Βασίλειος Μακρυπούλιας,εκδόσεις Ρώμη.


Παρουσίαση


                                                       
Στη σημερινή εποχή αυτό το έργο του Χιουμ -το οποίο γιατί όχι έχει και πολιτικές προεκτάσεις- είναι επίκαιρο. Επιβάλλεται ο κόσμος μας να στηριχθεί στη συμπάθεια από άκρου εις άκρον της γης. Επιβάλλεται ο κόσμος μας να ακτινοβολεί την ευχαρίστηση μέσα από την ωραία επικοινωνία των ανθρώπων μεταξύ τους και με την ευνομούμενη κοινωνία. Η σχέση του ανθρώπου με το κράτος είναι ηθική σχέση και αυτό το άνοιγμα της ηθικής που καταφέρνει ο Βρετανός φιλόσοφος είναι σπουδαίο επίτευγμα. Το κράτος που πείθει τον πολίτη είναι ηθικό, ο πολίτης που προσφέρει στο κράτος είναι ηθικός. Ο πολίτης που ευχαριστείται μέσα από την συμπάθειά του για τον άλλο είναι ηθικός, ο άλλος που επιστρέφει όλα αυτά είναι ηθικός. Τελικά η ηθική είναι η εμπειρία του ωραίου και του ευχάριστου. Αυτός ο εμπειρισμός του Βρετανού φιλοσόφου ίσως αποτελεί θεραπεία για τις αρνητικές εμπειρίες που εκπέμπει ο κόσμος μας. Ίσως μπορεί να δημιουργήσει ένα νέο μοντέλο ανθρώπου και κράτους που θα εγγυηθούν την καλύτερη πορεία της ανθρωπότητας. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).

O Λόγος του Λιβανίου, υπέρ των Ελληνικών Ναών. To μεγαλείο της Φύσης και η προς μελέτη χριστιανική αντι-φυσιοκρατική θεοποίηση της σύγχρονης μεγαλούπολης.


O Λιβάνιος ήταν ο πολυγραφώτερος συγγραφέας της αρχαιότητος ο μεγαλύτερος σοφιστής και ρήτορας της εποχής του, το απόλυτο πρότυπο για τους μεταγενέστερους λογίους, ειδικά του Βυζαντίου( αφ΄ής στιγμής εκεί μετετέθη η ανάπτυξη των γραμμάτων και των τεχνών). Ο Λιβάνιος ως δάσκαλος της σοφιστικής και της ρητορικής αφοσιώθηκε στη μελέτη των Ελληνικών γραμμάτων και του Ελληνικού τρόπου ζωής. Αυτό που πραγματικά προσπάθησε μέσα από το τεράστιο έργο του ήταν να θυμίζει σε όλους το μεγαλείο της σκέψης και της ζωής του Ελληνικού Λόγου. Με αυτό το σκεπτικό απευθύνθηκε στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο μέσα από το Λόγο του «περί της τιμωρίας Ιουλιανού». Σε αυτό το λόγο του θεωρεί  ότι ο  Ιουλιανός δολοφονήθηκε από Ρωμαίο στρατιώτη ο οποίος ήταν καθοδηγούμενος από χριστιανούς. Ο Λιβάνιος ζητεί  να αποδοθεί δικαιοσύνη σημειώνοντας μάλιστα ότι μετά το θάνατο του Ιουλιανού η αυτοκρατορία γνώρισε πραγματικά άσχημες ημέρες. Επισημαίνει μάλιστα ότι οι μετέπειτα αυτοκράτορες που διαδέχθηκαν τον Ιουλιανό όχι μόο στάθηκαν ανίκανοι πολιτικά και στρατιωτικά αλλά κυβέρνησαν με όπλο τους την τρομοκρατία εξολοθρεύοντας «χιλιάδες διαπρεπείς πολίτες εθνικούς….». Αυτό που προσπάθησε να επιτύχει ο μεγάλος δάσκαλος των γραμμάτων  ήταν να καταδείξει στο Θεοδόσιο ότι οι έχοντες την Ελληνικήν παιδείαν  ήσαν απαραίτητοι στο Βυζαντινό κράτος διότι έφεραν μέσα τους ως παιδεία χρήσιμη για την πολιτιστική αλλά και οικονομική ανάπτυξη της Αυτοκρατορίας τη γνώση και την πράξη του αγαθού και του ωραίου.Απευθύνθηκε λοιπόν  προς τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο με το λόγο του «υπέρ των Ελληνικών ναών».
Σε αυτό το λόγο ο μέγας Έλλην ρήτωρ και σοφός υπενθυμίζει ότι οι Έλληνες μέσα στους ναούς των, οι οποίοι στόλιζαν μεγάλες πόλεις της αρχαιότητας, λάτρευαν με θετικό τρόπο ό,τι πίστευαν και προχωρούσαν σε ευγενείς πράξεις οι οποίες προέρχονταν από τις προτροπές των θεών των. Μας κάνει εντύπωση ότι ο ρήτορας δεν κατηγορεί ευθέως τον αυτοκράτορα για τις καταστροφές των Ελληνικών ναών,αλλά τους ιερείς για τους οποίους μάλιστα χρησιμοποιεί ιδιαιτέρως βαρείς χαρακτηρισμούς.

H Aριστοτελική ουσία ως προάγγελος της χριστιανικής ουσίας.


Η συζήτηση γύρω από την ουσία όπως εξελίσσεται στα Μετά τα Φυσικά του Αριστοτέλους θέτει έναν πολύ συγκεκριμένο προβληματισμό. Είναι σαφές ότι ο Σταγειρίτης φιλόσοφος προέβη σε μία αποφασιστική και οντολογικά αφαιρετική κίνηση η οποία μάλλον σε πολλά επηρέασε τη χριστιανική διανόηση. Διαχώρισε το πνεύμα από την ύλη, το φαινόμενο από την εσωτερική δύναμη που το φέρνει στην ύπαρξη, το κινεί και το ωθεί προς το σκοπό του. Αναφέρεται στο μνημονευθέν έργο του Σταγειρίτου: «(980a) : Όλοι οι άνθρωποι εκ φύσεως επιθυμούν τη γνώση. Μία ένδειξη αυτού του γεγονότος είναι ο φωτισμός που λαμβάνουμε μέσα από τις αισθήσεις. Αυτές πέρα από τη χρησιμότητά τους αγαπώνται γι αυτό που είναι.Υπεράνω όλων επιθυμούμε την αίσθηση της  έμπνευσης….ο Λόγος είναι ότι αυτή περισσότερο από όλες τις άλλες  αισθήσεις  μας γνωστοποιεί και φέρει στο φώς πολλές διαφορές μεταξύ των πραγμάτων». Σε κάθε περίπτωση ο Σταγειρίτης κινείται  ανάμεσα στα διάφορα στοιχεία που απαρτίζουν την ανθρώπινη προσωπικότητα και στη χρησιμοποίησή τους αλλά και στη χρησιμότητά τους. Κινείται ανάμεσα στο πνεύμα και στην αίσθηση,στο μέσα και στο έξω, στο άπειρο που ποθεί να το καταστήσει κόσμο, κίνηση, εξήγηση και ενδελέχεια του πεπερασμένου. Η γνώση αναπαριστά τη γένεση μέσα μας  όλων  εκείνων των δυνάμεων και ενεργειών οι οποίες και θα μεταλλαχθούν σε ιδέες, αιτίες και παραστάσεις. Οι αισθήσεις δεν θα πρέπει να αφήνονται μόνο σε μία στείρα παρατήρηση αλλά επιτρέπεται τα δεδομένα να αλέθονται στον ανθρώπινο νού προκειμένου  να ερχόμαστε στις ποικίλες διαφορές των πραγμάτων. Άρα όλα είναι δυνάμεις σε καμμία περίπτωση τίποτε γύρω μας δεν είναι ό,τι φαίνεται. Σε κάθε περίπτωση το σωματικό μάτι φέρει στο πνευματικό μάτι το ερώτημα γιατί αυτό και πώς το άλλο; Μέσα από αυτή την ερωτηματοθεσία όχι μόνο ταξιθετούμε τον κόσμο αλλά θέτουμε και μία υπερβατική σειρά. Αυτή η σειρά αρχίζει από εμάς, οι αισθήσεις είναι η τροφή  του πνεύματος, ο κόσμος μπορεί να ηρεμήσει και να ξεφύγει από τον  εναγκαλιασμό του χάους, επίσης μπορούμε σε αυτούς τους διαχωρισμούς (αίσθηση-πνεύμα κ.λ.π) να ανακαλύψουμε και άλλους. Ο Αριστοτέλης με όπλο τη διαίρεση τέμνει το άπειρο σε μικρότερα κομμάτια,του χρειάζεται το κοντινότερο στον κόσμο μας άπειρο, ο κόσμος μας και ο άνθρωπος. Σε αυτή την τριάδα θα προσπαθήσει να δημιουργήσει το κορυφαίο πράγματι σύστημά του.

Αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων.




Δεν γνωρίζω καμμία καλλίτερη σύνδεση της έννοιας και της ιδέας με τα πράγματα από αυτή που επιτυγχάνεται στη Σωκρατική Απολογία.Εκεί ο μέγας Αθηναίος σοφός  αναφέρει ότι όλες οι έννοιες υπάρχουν επειδή αντιστοιχούν σε πρόσωπα και πράγματα,σε κοινωνικές καταστάσεις.Το ίδιο βέβαια συμβαίνει και με την έννοια της αριστείας-η οποία αποδεικνύει(όχι μόνο αυτή βέβαια)πόσο έχουμε απομακρυνθεί και λησμονήσει τα ιερά και τα ιδεώδη της πηγής μας ,του Αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού.Αναφέρεται λοιπόν ρητά στον Όμηρο: «αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων,μηδέ  γένος πατέρων αισχυνέμεν»(Ιλιάδα,Ζ,208).Σε ελεύθερη μετάφραση θα σημειώναμε: «Πάντα να αριστεύεις ,να ξεπερνάς τους άλλους,να τιμάς το πατρικό γένος που  ανήκεις».Η αθάνατος αυτή Ομηρική κληρονομιά καθοδήγησε γενεές Ελλήνων σε  έργα θαυμαστά και αξιοπρόσεκτα,μέχρι τις ημέρες μας,όσο και αν η δήθεν προλεταριακή ισότητα,αναπόδεικτη και αυθαίρετη επιδιώκει την μετριότητα και την άλογη εξισορρόπηση προσώπων και καταστάσεων.
Γιατί όμως ο Όμηρος ο Ποιητής(γενικά ο Ελληνικός πολιτισμός) δημιούργησε την έννοια της αριστείας,πώς τελικά η αριστεία ερμηνεύεται;Πρίν να προχωρήσουμε θα ήθελα να παραπέμψω σε ανακοίνωση του  1ου Γυμνασίου Κιλκίς όπου επαινείται μαθητής του σχολείου ο οποίος αρίστευσε σε μαθητικό μαθηματικό διαγωνισμό.Η υπερηφάνεια και η ικανοποίηση διακατέχουν και τους γονείς αλλά και τους καθηγητές.Η αριστεία ξεχωρίζει προς τα πάνω το πρόσωπο ,αλλά κυρίως συμπαρασύρει μιμητικά και τους υπολοίπους συνανθρώπους και αυτοί με τη σειρά τους να δημιουργήσουν και να διακριθούν.Η Σωκρατική «μύγα»της αριστείας αποτελεί κίνητρο προόδου και εξέλιξης,μέσα στον Ηρακλείτειο κόσμο εξάλλου η έννοια της άλογης ισότητας και ομοιότητος  είναι παντελώς άγνωστη τη στιγμή που όλα γίγνονται και προοδεύουν προς το Τέλειο.Τέλος πάντων ας  υπενθυμίσουμε εδώ ολόκληρο το Ομηρικό χωρίο προκειμένου να θυμηθούμε τον ξεχασμένο δυστυχώς κόσμο των Ομηρικώνηρώων και το διηνεκές όνειρο του Ολύμπου: «Ο Ιππόλοχος εγέννησεν εμέ ,και αυτός στην Τροίαν μ΄έστειλε και πολύ θερμά μου είχε παραγγείλει πάντοτε μέγας να  φανώ και των ανδρείων πρώτος,και ως πρέπει των πατέρων μας το γένος μας να τιμήσω,που έλαμψαν στην Έφυραν και στην πλατιά Λυκίαν».

Ο μεταμοντερνισμός ως η πύλη που οδηγεί στο ον.



Ο μεγάλος αντίπαλος της παρούσης διάστασης που αποτελείται από τις παραμέτρους της Ιδέας,της Φύσης και του ανθρώπου είναι το κυκλικό σχήμα μέσα στο οποίο έχει κλείσει τον εαυτό της.Ως εαυτό βέβαια εννοούμε το σύνολο της πεπερασμένης κουλτούρας με την οποία έχει αυτοασφαλιστεί η παρούσα διάσταση,προσπαθώντας να αποφύγει την οντική –μοιραία-θα λέγαμε αυτοαναίρεσή της.
Μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές μόνον το φρέσκο κίνημα του μεταμοντερνισμού ως ταχυδρόμος προαναγγέλλει την ώρα της οντικής υπέρβασης της παρούσης διάστασης από την αμέσως ανώτερη οντική διάσταση που έχει σειρά οντικής εφαρμογής.Αναφέρεται ρητά λοιπόν για το κίνημα του μεταμοντερνσιμού: «Οι νέες εξελίξεις λοιπόν στις θετικές επιστήμες,οι υπαρξιστικές ιδέες καθώς και οι μεγάλες αναταράξεις και απογοητεύσεις που προέκυψαν από τους απανωτούς παγκοσμίους πολέμους,κλόνισαν τη μέχρι τούδε απεριόριστη εμπιστοσύνη στη λογική ικανότητα του ανθρώπου.Τώρα σηματοδοτείται ο μεταμοντερνισμός ο οποίος εισάγει το λόγο και τη λογική σε πιο χαλαρά πλαίσια εξαρτώντας τα από ποικίλους παράγοντες που τα διαμορφώνουν.Τέτοια είναι ο τόπος και ο χρόνος και οι εκάστοτε κοινωνικές αλλαγές».
Πριν προχωρήσουμε παραπέρα ας απομονώσουμε κάποια σημαντικά στοιχεία του παραπάνω αποσπάσματος τα οποία ας τα αντιμετωπίσουμε κριτικά και συνδυαστικά με όσα εμείς πιστεύουμε.για τις σχέσεις αυτής της διάστασης και του όντος.Τι σημαίνουν οι φράσεις του αποσπάσματος «νέες εξελίξεις στις θετικές επιστήμες;».Αν παρατηρήσουμε την παρούσα διάσταση θα διαπιστώσουμε ότι στηρίχθηκε σε μία μονοδιάστατη-από κάποιους –θέσπιση και ανάπτυξη κάποιων πολύ συγκεκριμένων ιδεών-όπως του θεού και των χαρακτηριστικών του και των τρόπων του όπως της δημιουργίας του κόσμου-οι οποίες αυτές ιδέες γρήγορα παγιώθηκαν και απετέλεσαν τη φύση του παρόντος κόσμου.Πολύ γρήγορα οι πολιτισμένοι άνθρωποι προσαρμόσθηκαν και αναπτύχθηκαν με βάση αυτή τη φύση του παρόντος κόσμου.Οι επιστήμες και οι τέχνες αλλά και η ηθική καθιέρωσαν και επέβαλαν αυτή τη φύση.Όλα αυτά βέβαια εξελίχθηκαν ενάντια στην οντική απειρία και απροσδιοριστία του επομένου.
Οι θετικές επιστήμες λοιπόν-οι οποίες δεν είναι τίποτε άλλο παρά παιδί από τα σπλάχνα της παρούσης διάστασης –καταλαβαίνουν ότι δεν μπορεί οι οντικές ιδέες από τις οποίες προέρχεται ο παρών κόσμος ,αλλά και ο κόσμος ο οποίος ως τέκνο του απείρου όντος είναι απροσδιόριστος ,να είναι ένα κλειστό σύστημα,τόσο κλειστό όπως καταφαίνεται στα καταχωνιασμένα βιβλία σε παλαιές βιβλιοθήκες.Σπάζουν λοιπόν τους καθεστηκότες νόμους και εμβαθύνοντας μέσα στα φαινόμενα ανακαλύπτοντας κρυμμένες ιδιότητες και δυνατότητες λησμονημένες από καιρό-καλύτερα από τον καιρό που οι θρησκείες και τα πολιτεύματα βύθισαν τον άνθρωπο στην αφέλεια και στην ευήθεια.
Ο τελευταίος κρίκος της παρούσης διάστασης ο άνθρωπος έγινε το μεγαλύτερο θύμα των επιτηδείων.Θεωρήθηκε  ότι με βάση συγκεκριμένες θρησκείες και πολιτικά συστήματα και θεωρίες υπάρχει μία πολύ συγκεκριμένη ανθρώπινη φύση την οποία όλοι θα πρέπει να ακολουθήσουν.Αυτή η αποθέωση του ανθρώπου είναι το μεγαλύτερο διαστασιακό έγκλημα διότι οντικά  ο άνθρωπος είναι απλά ένα τίποτε που γίνεται οντικά κάτι έως ξαναγίνει ένα οντικό χάωδες τίποτε.

H φιλοσοφική πορεία του Ερωτικού λόγου από τον Πλατωνικό Φαίδρο έως το «Λόγο περί Ψυχής και Αναστάσεως» του Γρηγορίου Νύσσης.


Η Πίστη αλλά και η Γνώση ότι ένας υπερβατικός –θεϊκός- εάν θέλουμε να ομιλήσουμε περισσότερο θεολογικά, Νούς έχει τη δύναμη και τα μέσα να ενώνει τα διεσπασμένα και διεσπαρμένα κομμάτια του Όλου Είναι διαπερνά το έργο του Πλάτωνος και φθάνει έως τις πίστεις του Γρηγορίου Νύσσης. Στο Φαίδρο ο Πλάτωνας φιλοσοφεί επάνω στον Έρωτα και το Λόγο.Συζητούμε δηλαδή για μία οντολογία του Έρωτα υπό  την έννοια ότι αυτή η οντότητα αποτελεί ένα από τα όπλα του Νοός προκειμένου ο άνθρωπος να μετέχει στη διαδικασία προσέγγισης και επανένωσης με τις αρχέγονες μορφές του Αγαθού  τις οποίες δυστυχώς έχει λησμονήσει.Στην πεζή θεώρηση του έρωτος εκ μέρους του Λυσία ο Πλάτων προτάσσει εκείνη την ανωτέρα μορφή του έρωτος η οποία σε κάθε περίπτωση αποτελεί μανία για το κάλλος-ως  λογική κίνηση της ψυχής- ή μεταφυσική ανάμνηση του Αγαθού-ως συνειδητή κίνηση του νοός. Αυτόματα δηλαδήο Φαίδρος καθιστά τον Έρωτα οντολογικό εργαλείο νοητικό, το οποίο βοηθεί τον άνθρωπο να επανενωθεί με το αρχέγονο κάλλος του Αγαθού.
Ο Γρηγόριος Νύσσης μεταφέρει αυτή τη λογικότητα του Έρωτα όταν διακηρύσσει ότι διά της Αναστάσεως ο άνθρωπος θα επιστρέψει επίσης στην προτέρα αρχέτυπο κατάσταση του αρχεγόνου κάλλους. Ο χριστιανός Πατήρ θεωρεί την διά του Θείου Έρωτος μετάβαση του ανθρώπου στην αρχέγονο τελεία κατάσταση του Αγαθού Θεού ως Ανάσταση, άρα συμπληρώνεται ο Πλατωνικός Έρωτας θεωρούμενος πλέον ως Ανάσταση. Η Χριστιανική Ανάσταση είναι πλέον η ερωτική ενωτική αποκατάσταση της μίας και ενιαίας θεανθρώπινης φύσης. Πράγματι ο Έρωτας του  Θείου ως γνωστικό και αξιολογικό μέγεθος ανιστά τον άνθρωπο, τον ανορθώνει μέσα στην ροή του Είναι και τον οδηγεί στη γνώση του Ωραίου, στη βίωση του Καλού και στη μετοχή της λησμονημένης κατάστασης του κόσμου του Αγαθού όπου όλα Είναι. Ο χριστιανός Πατήρ αναφέρει σχετικά: «Η ζωή εκεί δεν ρυθμίζεται πλέον από τις ιδιότητες της φύσης αλλά έχει εισέλθει σε κάποια πνευματική και απαθή κατάσταση».

Η έννοια του χάους εις τον Αριστοτέλη και η θεωρία της αιωνίου ανακυκλήσεως του Νίτσε.


  
   Εάν ασπασθούμε την πίστη ότι πρώτα υπήρξε το ον και μετά η φιλοσοφία φθάνουμε αβίαστα στο συμπέρασμα ότι όλες οι θεωρείες της φιλοσοφίας οδηγούν στο ον, και βέβαια μεταξύ τους επικοινωνούν πλησιάζοντας όλο και πιο πολύ την οντολογική αλήθεια και πραγματικότητα.Από αυτή την άποψη όλες οι προσωπικές εκτιμήσεις των φιλοσόφων στα συστήματά τους αποτελούν κλίμακες που πορεύονται προς το ον.Όταν λοιπόν ο Αριστοτέλης στο έργο του «Περί ψυχής»μας αναφέρει «ίσως είναι αναγκαίο να διερευνήσωμε πρώτα μέσα σε ποιο από τα γένη βρίσκεται η ψυχή και τι είναι,εννοώ αν είναι ουσιώδης μορφή και ουσία,ή ποιόν ή ποσόν,ή και κάποια άλλη από τις κατηγορίες που ξεχωρίσαμε,και ακόμη αν είναι κάτι από τα πράγματα που βρίσκονται στην κατάσταση του δυνάμει ή μάλλον κάποια ενδελέχεια.»(Αριστοτέλης,Περί ψυχής,εις.μτφ.σχόλια.Β.Τατάκης,Δαίδαλος,εκδ.Ι  .Ζαxαρόπουλος,402b.)θέτει τα θεμέλια μιάς έρευνας γύρω από την οντολογική θεμελίωση των μερών της φιλοσοφίας και του σκοπού αυτών. Σε αυτό λοιπόν το απόσπασμα διακρίνεται η απουσία της άμεσης γνώσης και η προσπάθεια νοητικής θεμελίωσης του οντολογικού ρόλου της ψυχής.Μήπως όμως αυτό σημαίνει ότι ο Αριστοτέλης –και όχι μόνον-κτίζει ένα σύστημα οντολογικά ανύπαρκτο,γνωσιολογικά υπαρκτό,προκειμένου να ωθήσει τους συνανθρώπους του προς την πορεία του όντος(στην οποία πορεία η ψυχή είναι το πρώτο στάδιο);Μήπως δηλαδή ο άνθρωπος στην προσπάθειά του να «ξεγελάσει»το χάος ,το μόνον αληθινά υπάρχον,προσπαθεί να δημιουργεί με τα πνευματικά του εργαλεία πράγματα που ο χρόνος(ο μεγάλος φρουρός του χάους)γρήγορα καταστρέφει;Ο Νίτσε ίσως κάτι τέτοιο υπενόησε όταν έγραψε «Θλίψη είναι η γνώση :όσοι πιότερο γνωρίζουν πιο βαθιά κλαιν για την μοιραία αλήθεια.Το δένδρο της ζωής δεν είναι το δένδρο της γνώσης»(Ντάνιελ Λέβυ,Φρ.Νίτσε,Μτφ:Άρης Δικαίου,εκδ.Λογοτεχνική,σελ.30).
   Αν λοιπόν κατ’ αρχήν συμμαζέψουμε τα παραπάνω δύο αποσπάσματα θα διαπιστώσουμε ότι διαθέτουν ένα κοινό γνωσιολογικό υπόβαθρο:και οι δύο φιλόσοφοι δεν θεωρούν ότι είναι θεωρητικά και πρακτικά κατοχυρωμένη η αρετή της γνώσης.Διαισθάνονται ότι πρέπει να αποδείξουν αυτό που θέλουν,διότι ίσως βρεθούν κάποιοι άνθρωποι οι οποίοι μπορεί να υποστηρίξουν κάτι το αντίθετο.Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο Αριστοτέλης θα μας δώσει επιχειρήματα για το είναι και τον τρόπο της ψυχής,ενώ ο Νίτσε θα ομιλήσει για τα όρια της γνώσεως και της βούλησης του ανθρώπου;Μήπως όμως και οι δύο στηρίζονται σαν και σαν τέλος σε μία κοινή οντολογική κατάσταση πέρα από κάθε νοητική πρόσκαιρη ίσως εφεύρεση;

ΜΙΑ ΓΝΩΜΗ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΕΧΕΣ ΚΑΙ ΑΔΙΑΣΠΑΣΤΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΟΥ ΕΞ΄ΑΥΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ.





‘Όταν συζητούμε  για οποιοδήποτε πολιτισμό ξεχωρίζουμε τα παρακάτω διακριτικά στοιχεία:
    Α)Τις πνευματικές (και όχι μόνο)καταβολές του, τη στιγμή βέβαια κατά την οποία δεχόμασθε ότι στην ιστορία των πολιτισμών αποκλείεται η παρθενογένεση.
    Β)Το βαθμό ανάπτυξης(πνευματικό, πολιτιστικό, ιστορικό κ.λ.π)καθώς και το πόσο αυτός ο βαθμός ανάπτυξης διασφάλισε την ενικότητα του εξεταζομένου πολιτισμού.
    Γ)Τις αναμφισβήτητες κληρονομικές παρακαταθήκες που άφησε στους  «επιγιγνομένους»  ο οποιοσδήποτε πολιτισμός.
   Ας προσπαθήσουμε να εφαρμόσουμε τα παραπάνω κεντρικά σημεία στον περίφημο Αρχαίο Ελληνικό Πολιτισμό. Θα πρέπει αναμφίβολα να δεχθούμε την ύπαρξη σπουδαίων πολιτισμών πριν την ανάπτυξη του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού. Ας ξεκινήσουμε από τον πολιτισμό εκείνο ο οποίος πρώτος αναφέρεται από τον «πατέρα»της ελληνικής ποίησης τον Όμηρο. Αναφερόμασθε βέβαια στον πολιτισμό των Τρώων.
Μας αναφέρει ο Κ.Παπαρηγόπουλος (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,εκδ.
Φάρος,σελ.145) «Οι μεγάλες αυτές μεταβολές στην Άνω Ασία, που έφεραν σε άμεση επαφή τον Ελληνικό κόσμο με την ισχυρή, κάτω από μια παγκόσμια εξουσία συνταγμένη Ασία,ενέπνευσαν, όπως φαίνεται,
Στους Έλληνες την ιδέα της μεγάλης αντίθεσης και σύγκρουσης μεταξύ των δύο κόσμων, στην οποία ιδέα έδωσαν ,θα λέγαμε, αναδρομική ισχύ μετά τους μεγάλους Μηδικούς πολέμους».
    Οι αλλαγές που υπαινίσσεται εδώ ο ιστορικός είναι όσες ακολούθησαν έπειτα από τον Τρωικό Πόλεμο έως τη διαμόρφωση του Λυδικού, Μηδικού, Περσικού κράτους. Είναι βεβαία λοιπόν η συγκρητιστική τάση που κυριάρχησε ανάμεσα στον ανερχόμενο Αρχαίο Ελληνικό Πολιτισμό, και στους Πολιτισμούς της Ανατολής. Αυτή η τάση όμως κυριαρχήθηκε από τους Έλληνες οι οποίοι γρήγορα, διαμορφώνοντας δική τους στάση ζωής, λειτούργησαν κριτικά προς τις επιρροές τους. Οι επιρροές όμως υπήρξαν. Πράγματι αν εξετάσουμε καθαρά κριτικά και αφαιρετικά την πορεία από τον Φυσικό Νόμο των Ανατολιτών, έως τον Ιαχβικό Θεό των Εβραίων έως το Δωδεκάθεο των Ελλήνων, θα διαπιστώσουμε ότι το αέναο πνεύμα(αυτό που τόσο υμνήθηκε από τον Έγελο ο οποίος  κατάφερε και έδειξε όλη τη μεγαλόπρεπη πορεία του μέσα στους αιώνες)κατάφερε και ωλοκλήρωσε μια τελεολογική πορεία ολοκλήρωσης.
    Ο άνθρωπος στα πρώτα βήματά του αναμφίβολα ηρεμεί όταν δέχεται τη συμπαντική σειρά ενός Φυσικού Νόμου(Ανατολική Φιλοσοφία).Ωριμάζει όταν αντιπαραβάλλει στη χαότητα του Σύμπαντος έναν υπερβατικό καθρέπτη του εαυτού του(Εβραϊκός Θεός). Ελλογοποιεί τα πάντα όταν αυτός ο Θεός διά της Φύσεως αναλύεται στις 12 ιδιότητές του, οι οποίες αποκτούν ονόματα(Δίας ,Αθηνά,κ.λ.π).Η Αποκατάσταση έρχεται όταν παράγεται το τέλειο Υποκείμενο (Ιησούς Χριστός),ο οποίος εσωτερικοποιώντας όλα τα παραπάνω προχωρεί στο υπερβατικό βίωμα ολοκλήρωσης του παρόντος όλου χάριν μιας άλλης ανώτερης κατάστασης.